Άνοιξη 2018

Άνοιξη 2018

Αντί προλόγου

Δοκιμές από το Τμήμα Πεζογραφίας «Πώς γίνεται η αρχή»

Στον κύκλο των σεμιναρίων Δημιουργικής Γραφής της Πεζογραφίας στον ΙΑΝΟ εργαζόμαστε εργαστηριακά. Ο επίδοξος συγγραφέας που συμμετέχει στο Τμήμα των αρχαρίων παίρνει το βάφτισμα του πυρός: δέχεται την πρώτη του κριτική και την πρώτη του επιμέλεια. Στις εβδομαδιαίες συναντήσεις μας, τις Πέμπτες στην αίθουσα των σεμιναρίων, συζητάμε για τα εργαλεία και τους τρόπους κατασκευής των λογοτεχνικών κειμένων: τα μικρά μυστικά της τέχνης και της τεχνικής μας.

Και όχι, το ταλέντο δε διδάσκεται. Διδάσκεται όμως η τεχνική. Και η τεχνική προϋποθέτει άσκηση, δουλειά, επιμονή.

Δεν υπάρχει ένας και μόνος ενδεδειγμένος τρόπος, για να φτάσει κανείς στο επιθυμητό συγγραφικό αποτέλεσμα. Αυτή είναι άλλωστε η γοητεία της λογοτεχνίας: τα ανοιχτά ενδεχόμενα, οι παρακαμπτήριες οδοί, οι εναλλακτικές τεχνικές. Ο επίδοξος συγγραφέας αξιοποιεί ό,τι ταιριάζει στο δικό του συγγραφικό ταμπεραμέντο. Γιατί αυτό το καλό έχει η συγγραφή: εκεί μπορούμε να είμαστε ο εαυτός μας.

Τα κείμενα που ακολουθούν γράφτηκαν με την ευκαιρία των εβδομαδιαίων ασκήσεων της δυναμικής ομάδας μας (εαρινό εξάμηνο 2018): ορισμένα γράφτηκαν ως δοκιμές για την αφηγηματική φωνή, άλλα στο πλαίσιο της κατασκευής του λογοτεχνικού ήρωα ή της αναζήτησης του χρόνου και του χώρου της αφήγησης -την ίδια στιγμή όμως διαθέτουν μια κάποια αφηγηματική αυτονομία. Όλα μαζί ανοίγουν την βεντάλια διαφορετικών συγγραφικών επιλογών. Ίσως αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον κομμάτι των μαθημάτων: όσο διαφορετικοί και να είμαστε, όσο διαφορετικά και να γράφουμε, κάθε Πέμπτη στις 17.30 γινόμαστε ομάδα και συζητάμε με πάθος τα κείμενα.

Σοφία Νικολαΐδου

 

Στεφανία Ευσταθίου

Εκείνος

Το είχα πάρει απόφαση πως σήμερα θα έγραφα κάτι. Ο,τιδήποτε. Βολεύτηκα μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή με μια μεγάλη κούπα καφέ. Είχα κλείσει το κινητό, να μη με αποσπάει τίποτα από την αναζήτηση έμπνευσης.

Πέρασαν δύο ώρες, ο καφές είχε τελειώσει και εγώ δεν είχα καταφέρει να γράψω κάτι. Ό,τι έγραφα έμοιαζε με πράγματα που είχα ξαναγράψει.

Το κεφάλαιο οικογένεια το είχα κλείσει χρόνια τώρα. Μπορεί να απέδωσε - δύο βιβλία βγήκαν καλά - όμως δεν έμεινε τίποτε άλλο να γραφτεί. Η αδερφή μου προσπάθησε και τρίτη φορά, με μια ποιητική συλλογή αν θυμάμαι καλά. Τώρα ούτε που ξέρω με τι ασχολείται. Κάτι επιμέλειες βιβλίων αυτοβοήθειας.

Σηκώθηκα να φτιάξω κάτι πρόχειρο. Έφαγα στο γραφείο του υπολογιστή, ώστε να διαβάζω ταυτόχρονα. Τα άρθρα που απεχθάνομαι είναι τα λεγόμενα motivanional: πώς τα κατάφεραν οι επιτυχημένοι επαγγελματίες, ποια ήταν η καθημερινότητα σπουδαίων συγγραφέων και πάει λέγοντας. Εν ολίγoις ακολουθείς πέντε βηματάκια και γίνεσαι Steve Jobs! Αν δεν τα καταφέρεις, πέφτεις σε κατάθλιψη - αλλά μπορείς να την ξεπεράσεις σύμφωνα με τις οδηγίες του αντίστοιχου άρθρου.

Πέρασε άλλη μια ώρα χωρίς να καταφέρω τίποτα, οπότε αποφάσισα να πάω στο μπαρ. Είχα αφήσει τον Γιώργο στο πόδι μου.

 Μεσημέρι Πέμπτης, τρεις παρέες καθόντουσαν στα τραπεζάκια έξω. Μέσα στο μαγαζι είχε λίγο κόσμο. Στη μια γωνία του μπαρ καθόντουσαν δύο άντρες. Τους είχα παρατηρήσει και τις προάλλες. Αν θυμάμαι καλά, ο ένας ήθελε να παρατήσει την οικογένειά του για μια γυναίκα. Καθώς πλησίασα, τους ξαναάκουσα να συζητάνε το ίδιο θέμα. Έκανα ότι καθαρίζω τον πάγκο και συνέχισα να κρυφακούω. Αν και η ιστορία ήταν κλασσική, παρουσίαζε ενδιαφέρον. Με τις κατάλληλες προσθήκες, θα μπορούσε να προκύψει ένα ωραιότατο διήγημα.

Και γιατί να αρκεστώ μόνο σε αυτούς τους δύο;

***

Απόστολος Ευπροσήγορος

Μαύρη Παρασκευή

13 Νοεμβρίου 2015

Παρίσι, Γαλλία

Παρασκευή βράδυ, επάνω στη σκηνή το αγαπημένο μου συγκρότημα,

οι Eagles of Death Metal.

Το θέατρο γεμάτο, επικρατούσε κλίμα συγκίνησης και ενθουσιασμού.

Συμμετείχαμε όλοι τραγουδώντας αγαπημένα τραγούδια.

Μισή ώρα μετά την έναρξη της συναυλίας, άκουσα έναν κρότο. Νόμιζα ήταν βαρελότα, μέρος του σόου.

Αισθάνθηκα κάτι να σκίζει το αυτί μου - δεν ήξερα τι ήταν.

Είδα κάποιον που είχε πυροβοληθεί στο μάτι.

Πέσαμε στο έδαφος.

Δυο ή τρία άτομα χωρίς μάσκες, μιλούσαν γαλλικά. Δεν καταλάβαινα τι έλεγαν.

Άρχισαν να πυροβολούν τυφλά, στο πλήθος.

Πρέπει να κράτησε τουλάχιστον δέκα λεπτά.

Δεν ήταν εύκολο.

Κρύφτηκα κάτω από ένα πτώμα. Έμεινα εκεί, ξαπλωμένος. Δεν ξέρω πόση ώρα.

Νόμιζα πως αυτό ήταν το τέλος.

Έχασα τις αισθήσεις μου.

Μία αστυνομικός πάνω από το κεφάλι μου προσπαθούσε να με συνεφέρει. Ρωτούσε αν είμαι καλά. Όταν συνήλθα, μου είπε πως ήμουν τυχερός.

Πως η τύχη ήταν με το μέρος μου.

Τύχη, ποια τύχη; της είπα.

Εγώ δεν πρόκειται πια να έχω ζωή.

***

Λένα Ζαΐμη

Η (ελληνίδα) μητέρα

-Εκεί που έλεγα κι εγώ πως όλα παίρνουν τον δρόμο τους, νά ‘σου κι ο Νάσος από το πουθενά. Κι αν ήτανε μόνος του πάει κι έρχεται. Έλα όμως που υπάρχει κι η Μαρίνα.

Η Μαρίνα, η οποία μόνο στο άκουσμα του ονόματος Αντωνία βγάζει αφρούς. Βέβαια, έχει τα δίκια της.

Το μεγάλωνα κι εγώ το κοριτσάκι μου σαν πριγκίπισσα. Μη στάξει και μη βρέξει. Με τα καλά της τα σχολεία, τα μπαλέτα της, τα ωδεία. Όλα για να κάνει τις σωστές γνωριμίες. Τόσοι και τόσοι την θέλησαν. Τίποτα εκείνη. Το μυαλό της στα πατρόν και τα σχέδια.

Και τώρα που περάσανε τα  χρόνια της, προέκυψε ο Νάσος.

[……]

-Τι να σου πω, φάρμακώθηκα πάλι χθες.

[……] 

-Την πήρα που λες τηλέφωνο χθες τ´απόγευμα. Τι τό ’θελα; Είχα όμως προαίσθημα.

Ήτανε στεναχωρημένο το πουλάκι μου. Νομίζω έκλαιγε και προσπάθησε να μου το κρύψει. Κρύβεται όμως από μένα; Την ξέρω. Τέλος πάντων. Της είχε που λες υποσχεθεί αυτός ο, μη τον χαρακτηρίσω, πως θα βγαίνανε επιτέλους έξω, Σάββατο βράδυ βλέπεις. Όλη την εβδομάδα τρέχει την κόρη του σε μπαλέτα, αγγλικά και δε συμμαζεύεται. Είχανε κλείσει μάλιστα και τραπέζι σ ένα εστιατόριο να πάνε να πιούνε το κρασάκι τους, να μιλήσουν, να βρεθούνε βρε παιδάκι μου σαν ζευγάρι να πούνε τα δικά τους και…Μόλις η Μαρίνα κατάλαβε πως ο πατέρας της θα έφευγε και θα την άφηνε με την μπειμπυ σίτερ «αρρώστησε» ξαφνικά. Όχι «η κοιλίτσα μου πονάει», όχι «θα κάνω εμετό». Πάει. Πέρασε η ώρα και που να την αφήσει και να φύγει. Εκείνο δεν κοιμότανε με τίποτα.

Αχ, τι θα κάνω, Φιφή μου, είμαι να σκάσω.

[……]

-Πως να μη στεναχωριέμαι. Τώρα που είναι η ώρα να ζήσει τη ζωή της;

Χάθηκε ο κόσμος να γνώριζε έναν να μην έχει υποχρεώσεις και προβλήματα;

 «Τελειώσέ το βρε κορίτσι μου» της λέω, «πού θα πάει αυτή η κατάσταση;»

«Μαμά, μου λέει, σταματά σε παρακαλώ, δεν βοηθάς. Ήθελα να ‘ξερα δεν βαρέθηκες να λες τα ίδια και τα ίδια κάθε φορά;»

[….]

-Μεγάλη γυναίκα. Χα, τι λες βρε Φιφή μου. Τέτοια μυαλά κουβαλάνε οι μεγάλες γυναίκες;

***

Δανάη Γαβριέλα Κουτούλα

Εκείνος

- Μάνα εσύ φταις. Εσύ κι οι εμμονές σου.  Και μετανιώνεις, κάθε μέρα μετανιώνεις.

[...]

- Αχ ρε μάνα. Μην κλαις. Τίποτα δε γυρίζει πίσω. Τίποτα.

Η μάνα μου χυμένη στην καρέκλα σπαράζει. Το πρόσωπό της έχει βουλιάξει στο πεσμένο της στήθος. Νομίζω ότι είναι ανήμπορη να σαλέψει.

Και τώρα είμαι σίγουρος ότι ξαναζεί το καταραμένο εκείνο τηλεφώνημα.

- Ζήτα να φύγεις νωρίτερα. Πρέπει να προλάβεις το λεωφορείο. Μόνοι μας θα αλλάξουμε τον χρόνο; Η μικρή συνέχεια ρωτάει.

- Θα δω τι θα κάνω.

- Τι θα δεις; Ακόμα το σκέφτεσαι; Θες να μου πεις ότι δε σκοπεύεις να το διεκδικήσεις;

- Είπα κάτι τέτοιο, βρε μωρό μου; της απάντησε εκείνος.

- Τι να σε πω· εδώ και μέρες δε σε λέω “κανόνισε αγάπη μου τη βάρδια της παραμονής. Είναι κρίμα και για τα παιδιά να αλλάξουμε τον χρόνο χώρια”. Ακόμα;

[...]

- Δε μιλάς; Μπράβο! Κι άντε εμένα μ' έχεις χεσμένη, τα παιδιά σου που σε θέλουν εδώ δεν τα σκέφτεσαι; Τα παιδιά σου, ρε! Ούτε γι' αυτά δεν τολμάς να ρίξεις τα μούτρα σου. Ζήτα απ' τις άλλες τις σκρόφες να σε καλύψουν, ρε. Γαμώτο!

Πρώτη φορά ακούγαμε τη μάνα μας να του μιλάει έτσι. Το κεφάλι μας θα έσπαγε. Η Ήβη έκλαιγε. Οι υπόλοιποι ακούγαμε μουδιασμένοι. Η Αλεξάνδρα πετάχτηκε απ' τον καναπέ· έτρεξε στο δωμάτιο· πέταξε δύο ρούχα πάνω της και έψαχνε την έξοδο.

- Μαμά φεύγει. Η Αλεξάνδρα φεύγει. Μαμά! φώναζε η Ασπασία.

- Αλεξάνδρα πού πας; Ορίστε τι κατάφερες. Δε θέλω να σ' ακούω άλλο. Αλεξάνδρα, μη διανοηθείς να φύγεις, φώναζε εκείνη.

Δεν ήξερα αν έκλαιγε. Το μόνο που ήξερα ήταν ότι δεν ήθελα να την ακούω.

[...]

- Άντε παράτα μας. Κάνε ό,τι γουστάρεις. Γεια σου.

Η Αλεξάνδρα χωμένη στο δωμάτιό της, η Ήβη δε σταματούσε να κλαίει. Η Ασπασία κι εγώ αγκαλιασμένοι στον καναπέ χαζεύαμε το χριστουγεννιάτικο δένδρο με τα λαμπάκια που άναβαν και έσβηναν. Χανόμασταν στη βαβούρα τους.

Ώρα 11.43, παραμονή Πρωτοχρονιάς.

Φωνές, ουρλιαχτά, η μαμά λιπόθυμη κι εμείς με ξεριζωμένη καρδιά.

Θρήνος.

Αλλάξαμε τον χρόνο χωρίς εκείνον.

***

Βάγια Λινάρδου

Ναι, μαμά

Φωλιάζω στο πέτρινο πεζούλι. Το αεράκι φέρνει τον ιδρώτα των φυτών. Ένα τιτίβισμα χαράζει την σιωπή. [Γαλήνη.] Όλος ο ουρανός δικός μου. Το βλέμμα μου ταξιδεύει στα χρώματα του δειλινού. [Αιώνια στιγμή.]

-Ζωή!

-Ναι…

-Άφησες τα ψίχουλα στο τραπέζι και θα μας φαν τα μυρμήγκια πάλι.

-Καλά, θα τα μαζέψω σε λίγο.

-Τι είν' αυτό. Κορίτσι πράμα, κάθεσαι και χαζεύεις με τις ώρες. Τι σπιτικό θ' ανοίξεις αύριο μεθαύριο, μου λες; Δε σκέφτεσαι τι θα πει ο κόσμος; θα πει "αυτή η μάνα της τίποτα δεν την έμαθε", να τι θα πει.

-Καλά, μαμά, σου είπα θα 'ρθω να τα μαζέψω σε λίγο. Εντάξει;

- Άντε, σήκω, τι κάθεσαι.

-Ωχ, ρε μαμά, απλά θέλω λίγο να χαλαρώσω. Τι σε πειράζει να έρθω σε πέντε λεπτά;

-Να χαλαρώσεις; Άκου να χαλαρώσεις; Νομίζεις ότι οι γυναίκες έχουν χρόνο για να χαλαρώνουν; Όταν πεθάνουν, μια και καλή. Μόλις χαλαρώσεις, να τα πιάτα βουνό, να κι οι κατσαρίδες.

-Γι αυτό είσαι συνέχεια στην τσίτα.

-Δεν ντρέπεσαι; Μου βγάζεις και γλώσσα; Που μ' έχετε όλοι για υπηρέτρια εδώ μέσα. Για να κάνω πως φεύγω, να δούμε τι θα μείνει όρθιο. 

-Μαμά, για σένα το λέω… Να δεις πώς θα σου φύγουν τα νεύρα, αν κάθεσαι πού και πού.

-Εγώ δεν είμαι τεμπέλα για να κάθομαι. Άιντε, σήκω! Ολόκληρη γαϊδούρα, τ' άφησες να στα καθαρίζουν οι άλλοι.

-Ωχ, ρε μαμά, φτάνει, εντάξει. Σηκώνομαι. Φχαριστήθηκες τώρα;

-Άιντε μπράβο. Να μαθαίνεις σιγά-σιγά. Γιατί κανείς δεν τις θέλει τις τεμπέλες.

-Πειράζει που έκανα λιγάκι κι αυτό που μ' αρέσει; Ενοχλώ κανέναν;

-Εμένα.

  Ιιιιι!  Άλλο πάλι και τούτο! Τι είν' αυτό που φοράς, παιδί μου; Σαν το παρδαλό κατσίκι; Καρναβάλι ντύθηκες στα καλά καθούμενα;

-Η Ερμιόνη μου το πήρε, για τα γενέθλια.

-Ωραία φίλη. Να κυκλοφορείς έτσι. "Ακούσατε, ακούσατε! Το τσίρκο Μεντράνο στην πόλη σας!"

-Εμένα πάντως μ' αρέσει.

-Πάει, δεν είναι δικό μου παιδί αυτό… Καλά, πώς βγαίνεις έτσι έξω, παιδί μου; Τι θα πουν οι γείτονες; Δεν έχουν να πάρουν ένα σωστό ρούχο για το παιδί;

-Καλά, μαμά, φτάνει. Άμα το βγάλω θα ησυχάσεις;

Κουλουριάζομαι στο πεζούλι. Έχει κρυώσει. Αγκαλιάζω το άδειο ρούχο. Το δειλινό έχει φύγει. Με γλυκαίνει η μυρωδιά του νυχτολούλουδου. Ένα τριζόνι χαράζει τη σιωπή.

***

Όλγα Μουρουζίδου

Το ξενοδοχείο

Σπέτσαι, 15 Αυγούστου 1914.

H ΛΑΣΚΑΡΙΝΑ, από δεκατριών χρονών ψυχοκόρη στο αρχοντικό του Ανάργυρου, αξημέρωτα ξύπνησε σήμερα. Ορφανή την έφερε ο παπά Γεράσιμος από την απέναντι Τσακωνία. Παράπονο δεν έχει, την αγαπούν πολύ οι Αναρυραίοι και αυτή ευχαριστιέται να τους φροντίζει σαν να ‘ναι γονικά της.

Μικροκαμωμένη, με κάτι μάτια κάρβουνο, να πετούν αστραπές, μη της ξεφύγει τίποτα. Χθες το βράδυ της παρήγγειλε η κυρά της να ετοιμάσει τον μεγάλο ξενώνα, με την βυσσινιά  ταπισερί στον τοίχο, και το σιδερένιο διπλό κρεβάτι με τον ουρανό, με το μπαλκονάκι που βλέπει στη Ντάπια. Να γυαλίσει πατώματα και ασημικά, να κατεβάσει κρύσταλλα και πορσελάνες, να βάλει λουλούδια στα ανθοδοχεία, φρούτα στις πιατέλες. Να ανοίξει του Στρατάκη, σαν φέρει τα ψώνια για την Ζάννα. Φαίνεται θα φιλοξενήσουν πάλι κανέναν από αυτούς τους ψηλομύτες αριστοκράτες ή κανέναν βουλευτή από τας Αθήνας.

Ζάννα, η μαγείρισσα. Ιωάννα το βαφτιστικό, το Ζάννα παρατσούκλι, ένεκα της μητρός της που ήτο ολίγον ζαβή. Η θυγάτηρ όμως αρίστη στην μαγειρική της. Ολίγον κοντούλα, ολίγον χοντρούλα, πολύ καλόκαρδη, πολύ καλλίφωνος. Στην μαγειρική γι’ αυτήν σημασία έχει η λεπτομέρεια. Το  αυγοκόψιμο, το πήξιμο της μαγιονέζας. Καλοί οι αχινοί με το λεμόνι, καλύτεροι με το ξίδι. Το κρυφό χαρτί του Ανάργυρου, να τραβά από τα στομάχια τους εστεμμένους και τους λοιπούς, να έρχονται ξανά και ξανά στο νησί. Για σήμερα θα ετοιμάσει το δείπνο έξω, στην περίστυλη βεράντα του ισογείου, με θέα την θάλασσα. Δείπνο επίσημο.

Ο Ανάργυρος έκτισε το διώροφο αρχοντικό το 1903, και έδωσε σαφείς οδηγίες στον Ζήζηλα. Θέλω να μην υπάρχει όμοιο του πουθενά. Να μοιάζει με αρχαίο αιγυπτιακό ανάκτορο ή ναό. Του έδωσε το όνομα της αιγυπτιακής θεάς Νηίθ όπως μαρτυρεί το ανάγλυφο στη πρόσοψη. Το στόλισε με αιγυπτιακά μοτίβα. Δυο επιβλητικές σφίγγες, στα δεξιά η μια, στα αριστερά η άλλη της μεγαλοπρεπέστατης κεντρικής εισόδου, στέκουν ακίνητες, βουβές, στο τρίτο σκαλί και σε καλωσορίζουν. Κίονες φυτρώνουν από τα κράσπεδα, αετώματα στεφανώνουν τα παράθυρα, κιονόκρανα, επιστήλια, μετώπες, και τρίγλυφα, θυμίζουν αρχαιοελληνικό ναό. Καταξοδεύτηκε ο νεοφερμένος στο νησί. Για τις τζαμαρίες και τις τοιχογραφίες, τεχνίτες Ιταλοί. Για τον κήπο με τους φοίνικες και τα βοτσαλωτά, ντόπιοι. Γιατί είχε μεγαλεπήβολα σχέδια.

Αύγουστος και σίγουρα, μεταξύ των καλεσμένων, θα είναι και η Χρυσούλα Αναργύρου - Ζάππα. Πολυαγαπημένη εξαδέλφη του Σωτήρη. Πρώην κυρία  επί των τιμών της βασιλίσσης Όλγας. Αυτή είχε και απαράμιλλη ομορφιά, με αυτήν έσφαζε τους άντρες της αυτοκρατορικής οικογένειας. Επόμενο λοιπόν να είναι φιλοβασιλική, ενώ ο εξάδελφος φανατικός με τον Βενιζέλο. Το σπίτι  της λένε είναι γεμάτο με δώρα και φωτογραφίες της βασιλίσσης. Μαυσωλείο το προικώον. Γνωστή η γενναιοδωρία της βασιλίσσης προς της κύριες των τιμών, και αν η όμορφη Σπετσοπούλα δεν παντρευόταν, δεν θα την άφηνε ποτέ, τόση αγάπη της είχε. Γι’ αυτό και αυτή, δίπλα στο εικόνισμα της Παναγίας, έχει και αυτό της Όλγας. Ίσα και όμοια τις βάζει. Διαφωνούν με τον εξάδελφο, εκνευρίζεται αυτός, της κρατά μούτρα, αλλά μετά από λίγο ξαναβρίσκει το κέφι του.

Με τα πόδια τεντωμένα μπροστά, τον αγκώνα ακουμπισμένο στο χερούλι της πολυθρόνας από μπαμπού, ενώ γαλάζια συννεφάκια καπνού να βγαίνουν από το τσιγάρο της, να λικνίζονται λίγο στον αέρα και μετά να διαλύονται. Έτσι βρήκε η Ευγενία την κυρία Νεγρεπόντη να την περιμένει έξω, στην τεράστια βεράντα του ξενοδοχείου «Ποσειδώνίον».

ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΑΝΑΡΓΥΡΟΣ. Ευεργέτης. Εισέρχεται εις την μεγαλοπρεπήν αίθουσα μετά της ωραιοτάτης - μα πολύ ωραιοτάτης - συζύγου του Ευγενίας Αναργύρου, δευρεοεξαλφής του, μοναχοθυγατέρας, από την γενιά της Μπουμπουλίνας η μάνα της. Δύο χρόνια την πολιορκούσε την αρχοντοπούλα ο Σωτήρης. Με ραβασάκια, ανθάκια, και κρυφά ραντεβουδάκια εις τας εξοχάς και τα κρυφά λιμανάκια της νήσου. Μέχρι που του επέτρεψε η ίδια να την ζητήσει. Προίκα δεν είχε η μοναχοθυγατέρα του Σπύρου, διότι τα πλούτη τους εχάθησαν όλα, έτη πολλά πια.  Μόνο την ωραιότητα της είχε. 

Μετά το γάμο ο Σωτήρης περιπλανήθηκε. Την τύχη του όμως την συνάντησε στην Αμερική, στο Νιού Γιόρκ Σίτυ. Πλούτεψε από τα καπνά. Τα χρόνια όμως περνούν και η Ευγενία όλο και του αναστενάζει και του τιτιβίζει.

   - Θέλω τον ουρανό μου, θέλω την θάλασσα μου, θέλω τον ήλιο μου. Άλλα χώματα εδώ Σωτήρη μου, ξένα, εγώ θέλω τα δικά μου.  Και επειδή χατίρια δεν χαλά η αγάπη, ο Σωτήρης εν μία νυκτί συχωρνάει τα καπνά. Πίσω στο νησί ο οραματιστής ευπατρίδης. Μέγας ευεργέτης, κοσμογυρισμένος. Βλέπει το νησί του ως άλλη Κυανή Ακτή.

 Το «Ποσειδώνιον Ξενοδοχείο», είναι το καμάρι του, το παιδί του και σήμερα επιτέλους η μεγάλη μέρα να το φέρει στον κόσμο. Τίποτα δεν άφησε στους άλλους. Όλα πέρασαν από το μάτι του. Τα σχέδια του Ζίζηλα, τα μάρμαρα, τα έπιπλα, οι κουρτίνες, τα χαλιά, τα πιατικά, τα φωτιστικά, τα φυτά. Άλλα από το Παρίσι, άλλα από την Κωνσταντινούπολη, άλλα από την Βενετία, αρκεί το παιδί του να έχει τα καλύτερα. Η παρουσία της Ευγενίας, παρά τα χρόνια της, είναι πιο αριστοκρατική από ποτέ. Περιφέρεται στην μεγάλη αίθουσα ως βασιλομήτωρ και καλωσορίζει τους καλεσμένους. Ο Σωτήρης φρόντισε και για τo αποψινό της φόρεμα. Η τελευταία λέξη της μόδας, άρτι αφιχθέν από Παρισίων, της ανατρεπτικής και πολυσυζητημένης Κοκό Σανέλ, δημιουργία αποκλειστικά εμπνευσμένη από το νησί, μόνο για αυτήν.

Το σούσουρο μεταξύ των καλεσμένων, όλη η αριστοκρατία των Αθηνών, μέλη της βασιλικής οικογενείας, βουλευταί, δίνει και παίρνει μαζί με τις χαιρετούρες. Το ίδιο και στους χώρους παραμέσα, μεταξύ σεφ και σερβιτόρων, μεταξύ αστακών και τυριών γαλλικών. Λέγουν ότι η αποψινή βραδιά, η υπέρλαμπρη, με τα τόσα άνθη και μουσικές εγκυμονεί  μία μεγάλη έκπληξη. Πρόκειται για την φήμη, αυτή, της αφίξεως του ιδίου του Πρωθυπουργού, αυτοπροσώπως. Του Βενιζέλου. Υπάρχει βαθιά ριζωμένη φιλία μεταξύ των δύο ανδρών. Ευπατρίδες και οι δύο, ομοϊδεάτες και οραματιστές. Λέγεται ότι αυτός θα κόψει την κόκκινη κορδέλα απόψε, γι’ αυτόν και η Φιλαρμονική ορχήστρα της Βιέννης, μη δε χαρακτηριστεί ο Σωτήριος άξιος οικοδεσπότης του Πρωθυπουργού.

     - Αξιότιμη κυρία Αναργύρου, τα σέβη μου. Ο λεβεντόκορμος άντρας με την φωνή βαρύτονου και το καλοσχηματισμένο μουστάκι που στεκόταν μπροστά της, έτοιμος να διαπράξει το τυπικό μεν, αλλά με την μεγαλύτερη ευγένεια δε, χειροφίλημα, δεν ήταν άλλος από τον Μιλτιάδη Νεγρεπόντη, βουλευτή Αθηνών.

     - Τιμή μου, κύριε Νεγρεπόντη. Μας λείψατε, έχουμε καιρόν να σας ιδούμε, ευτυχώς που ενημερωνόμεθα δι’ υμάς από τις εφημερίδες.

     - Με κολακεύετε, κυρία Αναργύρου. Να σας γνωρίσω την σύζυγο μου, Μαρία Νεγρεπόντη. Η γυναίκα δίπλα του λευκοντυμένη, με πυρόξανθα μακριά μαλλιά, πιασμένα ελαφρά ψηλά στο κεφάλι, έτσι ώστε να αναδεικνύουν το μαργαριταρένιο κολιέ με το περίτεχνο σμαραγδένιο κούμπωμα, ίδιο με το χρώμα των ματιών της. Πρόσωπο ελαφρώς χλομό με πυκνά βλέφαρα και τοξωτά φρύδια, όπως επιτάσσει η μόδα. Της χαμογέλασε τρυφερά.

- Τι ανέλπιστη χαρά, δεν ήξερα ότι παντρευτήκατε. Τα θερμά συγχαρητήρια μου κύριε βουλευτά.

-  Συνέβη λίγο ξαφνικά, λόγω των γεγονότων. Πλέον τα γεγονότα είναι αυτά που μας πορεύουν στην ζωή. Τα γεγονότα. Μόλις γυρίσαμε από την Μασσαλία, επιθυμούσε η Μαρία να ιδεί τα μέρη που μεγάλωσα σαν παιδί.

Μια ελαφρά ζάλη, μια σκοτοδίνη - τόση δα - έκανε την Ευγενία να παραπατήσει. Έστρεψε το βλέμμα της. Προφασίστηκε ότι την ζητούσαν από την κουζίνα για κάτι και γλίστρησε έξω, στο μεγάλο μπαλκόνι μπροστά από το ξενοδοχείο. Ακούμπησε στα πέτρινα κάγκελα, να έχει μπροστά το σκούρο μπλε της θάλασσας, να έρθει η αύρα να καθαρίσει τις σκέψεις. Έκλεισε για ένα λεπτό τα μάτια. Το όνομα κοινότατο. Η εικόνα όμως. Είναι σαν να βλέπει ξανά εκείνη την καλά κρυμμένη φωτογραφία πριν είκοσιπέντε χρόνια. Πρέπει να μάθει περισσότερα για αυτή την κοπέλα, με διακριτικότητα και υπομονή. Μια αμοιβαία συμπάθεια φάνηκε από την πρώτη στιγμή.

- Καημένε Σωτήρη. Πόσο σκληρά σου φέρθηκα.

 Ένα ακαθόριστο βουητό ακούστηκε από το βάθος της αίθουσας. Γύρισε προς την μεγάλη μπαλκονόπορτα. Είδε την Μαρία να έρχεται.

- Κυρία Αναργύρου, έχουμε πόλεμον.

***

Αρχοντία Μπουρτζή

Με τα φτερά ενός αγγέλου

Η Μάχη έκλεισε το ηλικιωμένο ζευγάρι στο ίδρυμα. Πλήρωνε αδρά τον διευθυντή, φίλο του πατέρα της, για να τους κρατάνε ήρεμους. Τους χαπάκωναν καθημερινά, μέχρι που έμειναν σχεδόν φυτά. Δυο χρόνια έζησαν έτσι. Η νεαρή γυναίκα που τους περιποιόταν είχε κάνει αίτηση να τους πάρει σπίτι της. Και τα κατάφερε. Με την υπογραφή και συγκατάθεση της Μάχης, αφού γι΄ αυτήν οι γέροι ήταν πρόβλημα.  Η γυναίκα αυτή με τον τρίχρονο γιο της , έγιναν η οικογένεια τους. Μάλιστα ο μικρός τους φώναζε παππού και γιαγιά .

Μέρα με τη μέρα ξανάβρισκαν τον εαυτό τους. Χωρίς χάπια. Εικόνες από το παρελθόν ολοένα και ζωντάνευαν στη μνήμη τους.

Είχαν περάσει έξι μήνες.

Η Στεφανία επέστρεψε σπίτι από τη δουλειά, αφού πρώτα πήρε το γιο της από τον παιδικό σταθμό . Εκείνος πήδηξε χαρούμενος στην αγκαλιά τους .

-Παππού ! Κοίτα τι ζωγράφισα σήμερα. Δες. Εσύ, η γιαγιά, εγώ καιη μαμά .

-Μπράβο λεβέντη μου. Κι αυτός εκεί στα σύννεφα, ποιος είναι ;

-Α! Αυτός είναι ο μπαμπάς μου. Ο Κωνσταντίνος. Απ΄ αυτόν πήρα το όνομα μου .

Σου αρέσει η ζωγραφιά μου παππού ;

Ο ηλικιωμένος άντρας δάκρυσε. Τον φίλησε στο μέτωπο.  Η ζωγραφιά έγινε η αφορμή να τα θυμηθεί όλα. Τώρα μπορούσε να ταιριάξει τα κομμάτια μεταξύ του.

-Είσαι η Στεφανία. Η γυναίκα που λάτρευε ο γιος μας. Γι΄ αυτό μας πήρες κοντά σου, έτσι δεν είναι; Κι ο μικρός είναι ο εγγονός μας.

-Πατέρα …κύριε Αντώνη …

-Ναι, κόρη μου , πατέρα θέλω να με λες. Τώρα περισσότερο από ποτέ, της είπε και την πήρε στην αγκαλιά του.

Η κυρία Ελένη μπήκε στο δωμάτιο. Στην αγκαλιά της κρατούσε το μικρό Κωνσταντίνο κι εκείνος κουνούσε πέρα δώθε τη ζωγραφιά του, γεμάτος χαρά. Κοίταξε στα μάτια τον άντρα της που είχε ακόμα τη Στεφανία στην αγκαλιά του. Έσφιξε το παιδί δυνατά με τα δυο της χέρια .

-Αγόρι μου. Πάντα ένιωθα γνώριμο το προσωπάκι σου. Τα μάτια σου, το χαμόγελο σου, ακόμα και ο τρόπος που μου μιλάς μού θυμίζει εκείνον. Τον γιο μου. Τον πατέρα σου.

***

Βασιλική Παπαγιαννοπούλου

Το δίλημμα

Στη λέξη «παιδιά» συμπεριλάμβαναν το γιο τους, τη νύφη και τα εγγόνια τους. Τους αγαπούσαν όλους και, κάθε φορά, περίμεναν πώς και τι τον ερχομό τους.

Ο Σάσια ήταν ο γιος τους, παντρεμένος με τη Γκάμπι, συμφοιτήτριά του στο πανεπιστήμιο. Το βαφτιστικό του όνομα ήταν Αθανάσιος,  απ’τον παππού του,τον πατέρα του Ίγκορ, που ήταν Έλληνας και είχε φύγει απ’την Ελλάδα με το αντάρτικο, έφηβος ακόμα, τον Αύγουστο του 1949.

Αφού πέρασε βουνά και ποτάμια, μετά από πολλές ταλαιπωρίες, κατέληξε στην Τασκένδη της Ρωσίας.

Μαζί του σε όλη αυτή την πορεία κι η συντρόφισσα Γιαννούλα, με την οποία αγαπήθηκαν και τελικά παντρεύτηκαν.

Ζούσαν πολύ καλά μεταξύ τους –αν και φτωχικά- και θεωρούσαν τους εαυτούς τους πολύ τυχερούς που επέζησαν. Ήταν πλέον ασφαλείς και μπορούσαν να κάνουν όνειρα για το μέλλον.

    Τους ενοχλούσε, όμως, το γεγονός ότι η αγαπημένη τους πατρίδα βρισκόταν μίλια μακριά. Αποφάσισαν, λοιπόν, να ξεριζωθούν για μια ακόμη φορά και να εγκατασταθούν στα Σκόπια. Απ’ό,τι λέγανε οι ίδιοι αστειευόμενοι, σκέφτηκαν ότι από εκεί, ακόμα κι αν δεν μπορούσαν να επιστρέψουν στην Ελλάδα ποτέ, τουλάχιστον θα την έβλεπαν με τα κυάλια.

Η απόφαση αυτή τούς στοίχισε την αδυναμία επαναπατρισμού τους, γιατί εξαιτίας του «μακεδονικού ζητήματος», που εξακολουθούσε να υπάρχει, θεωρήθηκαν απάτριδες και δεν τους επιτράπηκε ποτέ να επισκεφτούν τον τόπο όπου γεννήθηκαν.

Και έτσι το αστείο έγινε μια θλιβερή πραγματικότητα. Κάθε χρόνο, μια-δυο φορές, πήγαιναν ως τη Μεγάλη Πρέσπα οικογενειακώς, για να δουν από μακριά τα πάτρια εδάφη.

Ο Ίγκορ, Γρηγόρης στα ελληνικά, έμαθε να νοσταλγεί μια πατρίδα που δε γνώρισε και να επιθυμεί διακαώς να την επισκεφτεί. Το μεγαλύτερό του όνειρο ήταν να μπορέσει να ταξιδέψει στο χωριό του μπαμπά και της μαμάς του. Να σκύψει να φιλήσει το χώμα. Να πιει νερό απ’τη βρύση του χωριού κάτω απ’τα πλατάνια, που τόσο ζωντανά περιέγραφαν οι γονείς του όλα αυτά τα χρόνια της προσφυγιάς.

 Ο μόνος τρόπος για να το πετύχει αυτό ήταν να παντρευτεί κάποια ντόπια. Η τύχη το’φερε να συμπαθήσει μια κοπέλα Σκοπιανή που του προξένεψαν.

***

Γιώργος Ν. Πριμεράκης

Τα ποδήματα

Είχαν μόλις περάσει οκτώ χρόνια από τη λήξη του εμφυλίου πολέμου, όταν πρωτοπήγαν μαζί στο Δημοτικό Σχολείο του χωριού ο Οδυσσέας και η Άννα. Ελάχιστοι μαθητές είχαν σχολική τσάντα. Αυτοί ξεχώριζαν, γιατί φορούσαν καινούργια ρούχα και δερμάτινα παπούτσια, μιας και προέρχονταν από εύπορες οικογένειες.

Οι περισσότερες όμως οικογένειες με κόπο έβγαζαν τα προς το ζην. Κύριο μέλημά τους να έχουν ψωμί και ένα πιάτο φαΐ στο τραπέζι τους. Το σχολείο έρχονταν σε δεύτερη μοίρα. Έτσι, τα παιδιά τους πήγαιναν στο σχολείο με ένα ταγάρι υφαντό κρεμασμένο στον ώμο και εκεί μέσα έβαζαν τα λίγα βιβλία και τετράδια που είχαν. Φορούσαν παλιά μπαλωμένα ρούχα, τα οποία όμως ήταν πεντακάθαρα. Οι μανάδες, υπερήφανες μέσα στη φτώχεια τους, φρόντιζαν να τα πλένουν τακτικά και να τα σιδερώνουν με φροντίδα και αγάπη. Αντί για παπούτσια φορούσαν γαλότσες, για να προστατεύονται και από τις λάσπες. Τα έλεγαν «ποδήματα» και τους είχαν δημιουργήσει στα πόδια τους ένα κόκκινο κυκλικό σημάδι, ακριβώς εκεί που τελείωναν και ακουμπούσαν στο δέρμα. Το σημάδι αυτό τους προκαλούσε πόνο και φαγούρα.

Ο Οδυσσέας δεν είχε τέτοιο πρόβλημα.  Ο πατέρας του, όντας ράφτης, είχε πάντα πολλή δουλειά και πολλά χρήματα. Ούτε και η Άννα γνώρισε τη φτώχεια. Ο πατέρας μετέφερε τούβλα από το κοντινό κεραμοποιείο με το φορτηγό του, για να αρχίσει ο κόσμος να ξαναχτίζει τα σπίτια του.

Ο κόσμος πεινούσε και τη δεκαετία του ’50. Χάρις όμως στη βοήθεια της UNRRA και του σχεδίου Marshall, στο σχολείο τους μοιράζονταν στους μαθητές ψωμί, γάλα και τυρί κίτρινο που όλα τα παιδιά έτρωγαν με βουλιμία.

Όλα; Όλα εκτός από τον Οδυσσέα, γιατί του ήταν αδύνατο να γευτεί αυτό το κίτρινο μαλακό τυρί. Πού να το φανταζόταν ο κακόμοιρος ότι ύστερα από πολλά χρόνια θα έδινε πολλά χρήματα για να αγοράζει τέτοια κίτρινα τυριά Γκούντα, Ένταμ, Emmental, ακολουθώντας τις συνήθειες των βορειοευρωπαίων.

Τα παιχνίδια στο σχολείο και στη σχόλη δεν σταματούσαν ποτέ.

Τα αγόρια, όταν έκανε καλό καιρό, έπαιζαν βώλους, κυνηγητό και, κυρίως, μπάλα με ένα τόπι από ούγιες και κουρέλια που τους έφερνε ο Οδυσσέας από το ραφείο. Όταν έκανε κρύο και παγωνιά, μετά το σχολείο, ορμούσαν στις «παλιομάνες», στις μικρές παγωμένες λίμνες που υπήρχαν τότε σε κάθε χαντάκι και λακκούβα του χωριού. Έπαιρναν πέτρες και τις έριχναν με δύναμη πάνω στον πάγο. Σχηματίζονταν τότε πολύχρωμα, λαμπερά, αστέρια. Κάθε φορά που κάποιος κατάφερνε να σχηματίσει τα περισσότερα και πιο εντυπωσιακά αστέρια, τότε τσίριζαν από χαρά και χοροπηδούσαν πάνω στον πάγο προσπαθώντας μάταια να τον σπάσουν.

Τα κορίτσια πάλι, όταν έκανε καλό καιρό έπαιζαν κρυφτό, κυνηγητό, τα μήλα, τα «μέντα-μέντα», κουτσό, και φιδάκι. Όταν έκανε κρύο το χειμώνα μαζεύονταν στα σπίτια των φιλενάδων τους, με τις μανάδες τους να τις μυούν στα μυστικά του κεντήματος. Κεντούσαν μικρά σταυρουδάκια που όταν έμπαιναν το ένα δίπλα στο άλλο σχημάτιζαν ωραίες πολύχρωμες εικόνες. Στην αρχή απλά μαξιλαράκια και στη συνέχεια πιο πολύπλοκα σχέδια για σεμέν και τραπεζομάντηλα που θα τα κρατούσαν για την προίκα τους. Κι οι κακόμοιροι οι πατεράδες, όσο φτωχοί κι αν ήταν, έπρεπε να βρουν τρόπο για να μην λείψουν από τα κορίτσια καθόλου οι απαραίτητες κλωστές για τα χειροτεχνήματά τους. Γιατί αργότερα, όταν θα ερχόταν η μέρα του γάμου, η νύφη θα άπλωνε την προίκα στο σπίτι της, για να τη δουν και να τη θαυμάσουν όλοι, πριν αυτή μεταφερθεί στο νέο σπίτι του άντρα  της.

Τις Κυριακές, το σούρουπο, γίνονταν στον κεντρικό δρόμο του χωριού η «βόλτα» ή το «σεργιάνι» της νεολαίας. Εκεί γίνονταν οι πρώτες γνωριμίες, εκεί κλείνονταν τα πρώτα ραντεβού κι εκεί άρχιζαν οι παθιασμένοι έρωτες. Ήταν ευκαιρία για αγόρια και κορίτσια της μετασχολικής ηλικίας να βγουν έξω, χωρίς την στενή επιτήρηση των γονιών.

Έβλεπες λοιπόν από όλα τα δρομάκια του χωριού να ξεχύνονται κατά κύματα οι νεαροί και οι νεαρές με τα καλά τους ρούχα και τα καλοχτενισμένα μαλλιά τους. Μοσχοβολούσαν σαπούνι και καθαριότητα. Οι πιο ρομαντικές κοπέλες κρατούσαν και ένα λουλούδι κομμένο από τη γλάστρα της αυλής τους ή χαρισμένο από κάποιο αγόρι που ενδιαφερόταν γι’ αυτές. Τότε, τα μικρά πειραχτήρια καραδοκούσαν και την κατάλληλη στιγμή άρπαζαν το λουλούδι και δεν το έδιναν πίσω, παρά μόνο αν η κοπέλα τους χάριζε ένα φιλάκι στο μάγουλο. Ήταν ένα παιχνίδι που όλοι οι μικροί της εποχής εκείνης τρελαίνονταν να παίζουν. Μετά, ύστερα από μεγάλη γκρίνια και επιμονή, κατάφερναν οι πιο τυχεροί να πείσουν τους γονείς τους να αγοράσουν ένα παγωτό χωνάκι ή ένα «κορνέ» με νοστιμότατη άσπρη κρέμα. Οι πιο άτυχοι συμβιβάζονταν με μια χούφτα άσπρα σπόρια της μιας δραχμής. Έφευγαν τότε προς το σπίτι τους πάντα γκρινιάζοντας και τη μάνα τους να τους σέρνει από το χέρι φωνάζοντας: «Άντε κουνήσου. Πρέπει να κοιμηθείς γιατί αύριο έχει σχολείο!».

Ποιος είχε μυαλό για σχολείο εκείνη την ώρα!

***

Ελένη Ρούσσιανη

Το όνειρο

Το όνειρο ολοζώντανο. Κόκκινα πανιά ανέμιζαν στο πλοίο ανοιχτά στη θάλασσα. Κι εκείνο με την πλώρη στραμένη στο πέλαγο, γεμάτο  άνδρες και γυναίκες φευγάτους από χρόνια. Δίχως στόμα. Δίχως φωνή. Τα μάτια τους μόνο τεράστια, προσπαθούσαν να μιλήσουν. Μα τι έλεγαν; Αδύνατο να καταλάβει. Και τα χέρια τους. Αχ, τα χέρια τους! Έμοιαζαν να κρέμονται από τον κορμό, ίδια κουρέλια, χρωματιστά και ξεφτισμένα. Κι ο αέρας που φυσούσε τα 'φτανε πίσω στη στεριά. Έγδερναν την άμμο. Τη χάραζαν. Έφτιαχναν αυτοσχέδιες γέφυρες. Έμοιαζαν να καλούν κάποιον κοντά τους.

Ξύπνησε ιδρωμένη. Δεν το ΄δε για καλό το όνειρο. Το ΄ξερε. Κάτι γρήγορο θα γινόταν. Καλό σίγουρα όχι. Σηκώθηκε αργά. Πρόσεξε μην και ξυπνήσει τον Σαράντο. Ακροπατώντας, σίμωσε στο κρεβάτι των παιδιών. Άκουσε τις ανάσες τους απαλές σαν χάδι στ΄ αυτιά της. Έσκυψε και τα μύρισε. Γέμισε η καρδιά της ευτυχία. Μια νυχτερινή ευτυχία μόνο δική της. Ένιωσε να ηρεμεί. Άπλωσε το χέρι και άφησε από ένα χάδι στο κάθε κεφαλάκι που εξείχε από το σκέπασμα. Γύρισε στο κρεβάτι και ξάπλωσε. Σιωπηλά, παρακάλεσε την Παναγιά να φυλάει τα παιδιά της.

[…] Δεν είχε πάει δώδεκα την επόμενη, όταν της τον έφεραν. Τον κουβαλούσαν τρεις. Δύο από τα χέρια και απ΄ τα πόδια ο ένας. Τα ρούχα του σκισμένα, το ένα παπούτσι χαμένο. Το μάτι της έμεινε στο γυμνό πόδι. Μόνο η κάλτσα πάνω. Κι εκεί μπροστά στο δάχτυλο μία τρύπα τόση δα μικρή. Ασήμαντη. Τίποτε δε θα θυμόταν μετά. Μήτε το πρόσωπο που πια δεν είχε μορφή, μήτε το άψυχο κορμί που ίδιο σακί  αφήσανε στις πλάκες της αυλής τους. Μόνο την τρύπα στην κάλτσα θυμόταν κι αν τη ρωτούσες χρόνια μετά μονάχα αυτή θα μπορούσε να σου περιγράψει.

Ξάφνου η αυλή γέμισε ανθρώπους. Εργάτες κάποιοι, με τα ρούχα της δουλειάς γεμάτα σκόνη, βοηθούσαν στη μεταφορά. Εκείνοι σήμερα φανήκαν τυχεροί. Θα γυρνούσαν στις φαμίλιες τους το βράδυ. Κάποιοι χωριανοί και γείτονες πλησίασαν κι αυτοί να δουν από κοντά το κακό που γίνηκε. Φιγούρες δεξιά κι αριστερά ακίνητες. Ένα μουρμουρητό ακούγονταν μέσα από τα στόματά τους. Μια γυναίκα – ποιά να 'ταν, άραγε; – έφερε βιαστικά ένα σεντόνι να σκεπάσει το νεκρό, που είχε απομείνει δίχως πρόσωπο. Πότισε εκείνο από το αίμα του αδικοχαμένου. Μια μουτζούρα κόκκινη ζωγραφίστηκε πάνω του.

Έπεσε βαριά στην καρέκλα. Δεν μπόρεσε να κλάψει. Απέμεινε βουβή. Μόνο σαν είδε τη μάνα του να ζυγώνει από δίπλα και να σωριάζεται πάνω στο  κουφάρι του μοναχογιού της, χτυπώντας με ορμή τις γροθιές στο στέρνο της, τότε μόνο  ένιωσε δυο δάκρυα να κυλούν στα μάγουλά της. Για κείνην ήταν, που ίδια μαινάδα τραβούσε τα ολόλευκα μαλλιά της και καταριόταν θεούς και δαίμονες για το κακό που την βρήκε. Ένα φουρνέλο που έσκασε τη λάθος στιγμή. Μία στοά γκρεμισμένη. Κι έμεινε άδεια η αγκαλιά.

***

Εγγραφή στο Newsletter

Για να λαμβάνετε πρώτοι τα νέα στο Email σας