Φθινόπωρο 2025

Φθινόπωρο 2025

Εισαγωγικό σημείωμα

Η γενέθλια κάμαρα του μυθιστορήματος είναι το υποκείμενο στη μοναξιά του, γράφει προπολεμικά ο Μπένγιαμιν, ενώ ο Ρίλκε συμβουλεύει ως εξής τον φέρελπι νεαρό ποιητή με τον οποίο αλληλογραφεί στις αρχές του 20ού αιώνα: Ένα και μόνο μάς είναι απαραίτητο: η Μοναξιά, η μεγάλη εσώτερη Μοναξιά. Να βυθίζεσαι στον εαυτό σου και, ώρες ολόκληρες, να μην ανταμώνεις εκεί κανέναν.

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που επιλέγουν διαδικτυακά μαθήματα Δημιουργικής Γραφής για τον συγκεκριμένο λόγο: κλεισμένοι στο σπίτι τους, μόνοι μπροστά στον υπολογιστή τους και μακριά από αδιάκριτα βλέμματα παλεύουν με αυτό που ο κάθε συγγραφέας παλεύει κάτω από συνθήκες παρόμοιες.

Τα κείμενα που παρατίθενται στη συνέχεια δεν γεννήθηκαν μονομιάς. Είναι το αποτέλεσμα των συστηματικών και επίπονων προσπαθειών που κατέβαλαν οι συγγραφείς τους κατά τη διάρκεια των δέκα διαδικτυακών μαθημάτων μας. Η θεματική τους ποικίλλει, όπως βεβαίως και το ύφος, η γλώσσα, η τεχνοτροπία τους. Ορισμένα αποτελούν αποσπάσματα ευρύτερων σε έκταση κειμένων, ενώ άλλα είναι αυτοτελή. Όλα ωστόσο προέκυψαν μέσα από τις ασκήσεις στις οποίες κλήθηκαν οι ασκούμενοι να ανταποκριθούν στο πλαίσιο του σεμιναρίου. Πολλοί από όσους συμμετείχαν δεν θέλησαν να εκθέσουν ακόμη δείγμα της δουλειάς τους. Εμείς όμως, έχοντας ήδη γευτεί τη μεγάλη χαρά από τα βιβλία προηγούμενων συμμετεχόντων στο σεμινάριο που κυκλοφορούν, είμαστε σίγουροι ότι θα εξακολουθήσουμε να τη γευόμαστε τακτικά, είτε οι μελλοντικοί –σήμερα– συγγραφείς διστάζουν προς το παρόν να μας την προσφέρουν είτε όχι.

Καλά διαβάσματα και γραψίματα λοιπόν!

Κώστας Καβανόζης

 

Αναστασία Αγιαννιωτάκη

Χαμένα χαμόγελα

Ξύπνησα ταραγμένη εκείνο το βράδυ. Κοίταξα το ρολόι, ήταν ακόμα άγρια μεσάνυχτα. Δεν ξέρω αν ήταν όνειρο ή η φαντασία μου μα είδα μια σκιά στην πόρτα του δωματίου.

Το σπίτι της Αλίκης ήταν μόλις δέκα λεπτά έξω από την πόλη αλλά για να φτάσεις περνούσες ένα γεφυράκι με ποτάμι και πελώρια δέντρα και στα παιδικά μάτια μου ήταν κάθε φορά σαν ταξίδι μακρινό με τους γονείς μου. Έφτιαχνα λοιπόν σχεδόν κάθε Κυριακή ολόκληρο σακίδιο και προσπαθούσα να χωρέσω μέσα όσα περισσότερα παιχνίδια μπορούσα.

Η Αλίκη ήταν μοναχοπαίδι και ήταν δυο χρόνια πιο μικρή από μένα. Zούσε εκεί με τους γονείς της, τη γιαγιά και τον παππού, δίπλα της έμεναν τα ξαδέρφια της, η Χρύσα και ο Νίκος, και απέναντι η οικογένεια του Ορέστη. Όλα κι όλα πέντε σπίτια ήταν εκεί μα μάζευε κάθε Κυριακή ένα τσούρμο παιδιά.

Μόλις έπαιρνε το αυτοκίνητο την τελευταία στροφή εμφανίζονταν όλοι μπροστά μου να με περιμένουν. Η Αλίκη και η Χρύσα με χαιρετούσαν χοροπηδώντας, ο Νίκος με την αδερφή του Ορέστη έκαναν τροχούς στη μέση του δρόμου, ο Ορέστης σήκωνε ψηλά το καινούργιο επιτραπέζιο που είχε αγοράσει και ξοπίσω τους έφταναν και τα τέσσερα γειτονάκια με τα ποδήλατα.

Ένα πολύχρωμο τσούρμο από παιδιά, σαν θίασος τσίρκου. Και είχε από όλα η παράσταση μας κάθε Κυριακή. Χορούς, παιχνίδια, ακροβατικά με τα ποδήλατα, ακόμα και τα φαγητά μας τα μπερδεύαμε για να μην είναι βαρετά. Έβαζε λοιπόν ο Ορέστης την ολόκληρη σαρδέλα μέσα στο ψωμί και το βάπτιζε ένα αστείο όνομα και πολτοποιούσε ο Νίκος τα φασόλια και τα άλειφε στη φρυγανιά...

Τα παιδιά βρίσκουν τα πιο ευφάνταστα παιχνίδια για να διασκεδάσουν και γελοιοποιούν όλες τις καταστάσεις, όχι για να κοροϊδέψουν αλλά για να γελάσουν. Και γελούν πολύ και γελούν δυνατά με εκείνο το γέλιο που φτάνει μέσα στην ψυχή σου. Μετά μεγαλώνουν και θαρρείς πως ξεχνάνε να γελάνε! Γελούν σαν τους κλόουν. Έχετε ακούσει ποτέ κλόουν να γελά δυνατά; Θαρρώ πως δεν γελούν καν, γι’ αυτό και τους ζωγραφίζουν πάντα ένα ψεύτικο χαμόγελο.

Ο μπαμπάς της Αλίκης παρακολουθούσε συχνά τις παραστάσεις μας και πολλές φορές συμμετείχε σε αυτές και μου άρεσε που ένας ενήλικας γελούσε με τα αστεία μας, γιατί συνήθως οι υπόλοιποι μας έκαναν παρατηρήσεις από μακριά.

Εκείνο το Σαββατοκύριακο η Αλίκη με είχε πείσει να μείνω για το βράδυ. Δεν ήταν σαν τις άλλες φορές εκείνη η εκδρομή μα δεν ήθελα να της χαλάσω χατίρι, ειδικά μετά από αυτό που είχε συμβεί.

Το απόγευμα μετά το φαγητό αποφασίσαμε να πάμε μια βόλτα μέχρι τη γέφυρα. Ο πατέρας μου άρχισε να φωνάζει και δυο τρεις άλλοι γονείς το ίδιο. Οι γονείς, όταν ζητήσεις να κάνεις κάτι διαφορετικό, δημιουργούν στο μυαλό τους το πιο απίστευτο σενάριο τρόμου. Όση φαντασία δεν έχουν πια στο παιχνίδι, τόση έχουν για το τι μπορεί να συμβεί στο παιδί τους. Τόση, που καμιά φορά δεν βλέπουν από τι πραγματικά κινδυνεύει. Ο κύριος Τάκης τους καθησύχασε όλους. Θα ερχόταν μαζί μας.

Περάσαμε όμορφα στη βόλτα. Γελάσαμε, βρήκαμε και ένα μικρό σαυράκι και μείναμε πολλή ώρα να το παρατηρούμε και να πλάθουμε ξανά ιστορίες για το ταξίδι που είχε κάνει για να βρεθεί εκεί και κανείς δεν αντιλήφθηκε πως τόση ώρα τώρα είχαμε χάσει τον Ορέστη και τον κύριο Τάκη. Αρχίσαμε να φωνάζουμε όλοι, μια τον Ορέστη, μια τον μπαμπά της Αλίκης, μέχρι που επιτέλους τους είδαμε να ξεπροβάλουν.

Ήθελε ο Ορέστης να κατέβουμε στο ποτάμι, μας πρόλαβε ο κύριος Τάκης πριν καν ρωτήσουμε οτιδήποτε. Η Αλίκη έτρεξε να τον αγκαλιάσει, μα στην προσπάθειά της να γραπωθεί πάνω του τράβηξε τα μαλλιά του και εμφανίστηκε το γυμνό του κεφάλι. Ο κύριος Τάκης άρπαξε με θυμό την περούκα του από το πάτωμα, έδωσε ένα δυνατό χαστούκι στην Αλίκη και μας διέταξε όλους να γυρίσουμε πίσω.

Έχετε δει ποτέ κλόουν να του βγάζουν την περούκα; Σταματά πια να είναι αστείος γιατί απογυμνώνεται και γίνεται ένας γελοίος βαμμένος ενήλικας. Στο δρόμο για το γυρισμό κάποιοι δεν ήμασταν τα ίδια παιδιά. Εγώ σίγουρα όχι. Φοβήθηκα τις φωνές του κυρίου Τάκη, μα περισσότερο φοβήθηκα τη σιωπή και το θολό βλέμμα του Ορέστη. Μάταια προσπάθησα με γκριμάτσες να τον κάνω να γελάσει, μάταια προσπάθησα να μάθω τι τον είχε τρομάξει στο ποτάμι.

Δε ζουν μακριά τα τέρατα όπως στα παραμύθια, κοντά μας τα βρίσκεις. Τις περισσότερες φορές μάλιστα τα βάζουν δίπλα μας οι ίδιοι οι γονείς μας. Γιατί οι γονείς δεν φοβούνται τους κλόουν, ίσως επειδή τους κάνουν να γελούν και τους λείπει αυτό.

Σηκώθηκα από το κρεβάτι, ακολούθησα τη σκιά και την είδα να βγαίνει έξω στην αυλή. Είδα και τον κύριο Τάκη να κάνει νόημα σε κάποιον απέναντι.

Ο Ορέστης έχε βγει μαύρα μεσάνυχτα έξω, να κάνει τι;

Στάθηκα πίσω από την κουρτίνα και τους είδα να συνομιλούν και μετά είδα τον κύριο Τάκη να πιάνει τον Ορέστη από το λαιμό με το ένα χέρι και με το άλλο να του βουλώνει το στόμα!

Ξαναγύρισα στο κρεβάτι πριν να μπει και ευχόμουν να μη με έχει ακούσει, γιατί ο Ορέστης με είχε δει. Το ήξερα ότι με είχε δει.

Πήγα πολλές Κυριακές εκδρομή ξανά με τους γονείς μου, αλλά τίποτα δεν ήταν όπως πριν. Ήμασταν ένα τσούρμο παιδιά χωρίς δυνατά γέλια και χωρίς τον Ορέστη, που ήταν εκεί, μα δεν ήταν.

Κάποια στιγμή ο Ορέστης μίλησε στους γονείς του -το άκουσα αυτό σε μια συζήτηση των μεγάλων-, μα δεν τον πίστεψαν. Ο κύριος Τάκης ήταν ένας καταξιωμένος δικηγόρος, είχε ταξιδέψει όλο τον κόσμο, ήταν δυνατόν να έχει ανάγκη να πειράξει ένα μικρό παιδί;

Κανένας δεν τον πίστεψε τον Ορέστη, μα δεν ξαναπήγαμε εκδρομή στον κύριο Τάκη. Το σπίτι του Ορέστη όμως ήταν απέναντι στο σπίτι της Αλίκης και δεν έφυγε ποτέ, πάρα μόνο ένα βράδυ που αποφάσισε να κρυφτεί στην αποθήκη και να δώσει μόνος του ένα τέλος.

Στις περισσότερες παραστάσεις ο κλόουν φεύγει από τη σκηνή κυνηγημένος, ξεγυμνωμένος, χωρίς περούκα. Τότε όμως σταματούν να γελούν οι μεγάλοι, τότε μόνο τα παιδιά γελούν!

 

Δημήτρης Γκιόκας

Ένα αγαπημένο ζευγάρι

Είναι παραμονή Χριστουγέννων, δώδεκα το μεσημέρι, κι εγώ οδηγώ το υπηρεσιακό αυτοκίνητο για να πάω στο σπίτι της κυρά Θοδώρας και του κυρ Αριστείδη. Είμαι νοσηλευτής, εργάζομαι στο πρόγραμμα «Βοήθεια στο σπίτι» και φροντίζω το ηλικιωμένο ζευγάρι πάνω από ένα χρόνο. Ζούνε μόνοι, χωρίς να έχουν επαφές με άλλους ανθρώπους. Κάθε φορά που τους επισκέπτομαι νιώθω πως είμαι η μοναδική τους συντροφιά. Δυστυχώς τις ημέρες των γιορτών δε θα μπορέσω να τους επισκεφτώ. Σκοπεύω λοιπόν να τους αφήσω διπλάσια ποσότητα φαγητού, ενώ έχω φροντίσει να γράψω σε ένα χαρτί αναλυτικά τα φάρμακα που πρέπει να παίρνουν αυτό το διάστημα. Η γριά είναι πολύ αδύναμη, βασίζομαι λοιπόν στον άντρα της τον κυρ Αριστείδη, τον οποίο ακόμα δεν τον έχουν εγκαταλείψει τελείως οι δυνάμεις του. Έχω κρύψει στη τσάντα κι ένα μικρό δωράκι. Ελπίζω να τους δώσω με αυτό λίγη χαρά!

Έχω κι άλλη μια καλή είδηση να τους μεταφέρω: βρέθηκε επιτέλους ένα κρεβάτι στο γηροκομείο του Βόλου και δέχονται να φιλοξενήσουν την κυρά Θοδώρα! Πάνε μήνες που την παρακαλώ να πάει στο γηροκομείο. Κι αυτή όλο κλαίει και μου λέει πως δε θέλει να πεθάνει μόνη, θέλει να φύγει συντροφιά με τον άντρα της. Δεν είναι πολύ μεγάλη στα χρόνια ούτε αυτή ούτε ο κυρ Αριστείδης. Μα αυτοί οι δύο άνθρωποι μου δίνουν την εντύπωση πως δεν έχουν πια όρεξη για ζωή. Δεν βρίσκουν κίνητρο να παλέψουν. Κάποιο μεγάλο βάσανο κουβαλούν, κάποια μεγάλη στενοχώρια, που είναι σαράκι και τους τρώει την ψυχή. Όσο κι αν προσπάθησα να τους κάνω να το εκμυστηρευτούν, να το βγάλουν από μέσα τους, δεν τα κατάφερα. Μόνο αναστενάζουν βαθιά και γυρίζουν αλλού το βλέμμα τους.

Με αυτές τις σκέψεις φτάνω έξω απ’ το σπίτι τους. Βλέπω παρατημένη την αυλή και χορταριασμένο τον κήπο. Προσπαθώ να τον φανταστώ όμορφο και περιποιημένο πριν κάποια χρόνια, με πολύχρωμα λουλούδια να ανθίζουν. Τώρα όμως τα πάντα μαραζώνουν. Κατεβαίνοντας από το αμάξι φτάνουν στ’ αυτιά μου οι ήχοι από τα τριγωνάκια των παιδιών που λένε τα κάλαντα στη γειτονιά. Αναθαρρώ κάπως. Ίσως και τα γεροντάκια μέσα ακούν τον ίδιο ευχάριστο ήχο. Παίρνω την τσάντα με τον ιατρικό εξοπλισμό, τη σακούλα με τα φαγητά και το μικρό δωράκι. Φτάνω φορτωμένος στην πόρτα του σπιτιού και χτυπώ δύο φορές το κουδούνι. Περιμένω κάμποσα δευτερόλεπτα, αλλά δεν μου ανοίγει κανείς. Ξαναχτυπώ το κουδούνι και την πόρτα με το χέρι μου. Φέρνω το αυτί μου κοντά. Δεν ακούω θόρυβο από μέσα. Παράξενο… Γυρνώ το βλέμμα μου και βλέπω το παράθυρο κλειστό. Ένας κόμπος ανεβαίνει στο λαιμό μου. Ξεροκαταπίνω. Ένα κακό προαίσθημα με κατακλύζει. Χτυπώ πιο δυνατά αυτή τη φορά. Φωνάζω τα ονόματά τους. Τίποτα… Από τα νεύρα και την αγωνία κλωτσάω ασυναίσθητα το χαλί της εισόδου. Τότε εμφανίζεται από κάτω ένα κρυμμένο κλειδί! Το είχαν αφήσει για να το βρω άραγε; Το αρπάζω γρήγορα και με τρεμάμενα χέρια ανοίγω την πόρτα.

Τα πάντα μέσα είναι σκοτεινά. Κλεισούρα και υγρασία μού μυρίζει. «Είναι κανείς εδώ;» φωνάζω. Καμία απάντηση. Ψηλαφίζω με τα δάχτυλά μου τον τοίχο μέχρι που βρίσκω τον διακόπτη του ρεύματος. Τον πατώ και το φως ανάβει. Δεν βλέπω κανέναν στο σαλόνι. Τρέχω κατευθείαν στο υπνοδωμάτιο. Σπρώχνω τη μισάνοιχτη πόρτα και τους βλέπω ξαπλωμένους στο κρεβάτι. Έχουν μiα γαλήνια έκφραση. Το δεξί χέρι του κυρ Αριστείδη κρατάει απαλά την αριστερή παλάμη της κυρά Θοδώρας. Νιώθω να μου κόβονται τα πόδια. Ενστικτωδώς ακουμπώ το χέρι μου στην κάσα της πόρτας για να στηριχτώ. «Βαθιές ανάσες πάρε» λέω στον εαυτό μου. Μετά από λίγο ευτυχώς αρχίζω να συνέρχομαι. Περπατώ αργά και προσεκτικά προς τη μία πλευρά του κρεβατιού. Βάζω δύο δάχτυλα στον καρπό της γυναίκας. Όπως το περίμενα, δεν έχει καθόλου σφυγμό. Επαναλαμβάνω την ίδια διαδρομή από την άλλη πλευρά. Ούτε ο άντρας έχει σφυγμό. Βάζω την παλάμη μου στο μέτωπο του κυρ Αριστείδη. Δεν έχει ακόμα κρυώσει. Μέχρι πριν λίγη ώρα ίσως ήταν ακόμη ζωντανός.

Αισθάνομαι βαθιά συγκίνηση. Μπροστά μου έχω δύο ανθρώπους που έζησαν μαζί κι επέλεξαν να φύγουν μαζί από αυτόν τον κόσμο, παραμονές Χριστουγέννων. Δάκρυα τρέχουν στα μάτια μου. Γυρνώ στην πόρτα όπου είχα αφήσει τα πράγματά μου, παίρνω το δωράκι που τους έφερα και το ακουμπώ ανάμεσά τους. Βγάζω κι ένα κέρμα από την τσέπη μου και το ακουμπώ στην παλάμη του κυρ Αριστείδη. Πεσκέσι για τον βαρκάρη του Αχέροντα.

Βγαίνω με αργά βήματα έξω στην αυλή. Βγάζω το κινητό μου τηλέφωνο απ’ το μπουφάν να ειδοποιήσω το νοσοκομείο του Βόλου για το δυσάρεστο γεγονός. Στ’ αυτιά μου έρχονται παιδικές φωνούλες: «Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλει, οι ουρανοί αγάλλονται, χαίρε η φύσις όλη».

 

Άλκης Ζαμανάκης

Στη σκιά του θάμνου

Λίγο έξω από το χωριό Ξηροκάμπι, στους πρόποδες του Ταϋγέτου, απλώνεται το δάσος της Βασιλικής. Είναι ένα από τα πιο όμορφα της Ελλάδας. Τα ψηλά έλατά του, το υγρό χώμα και ο σταθερός ήχος του νερού από έναν μικρό καταρράκτη συνθέτουν ένα τοπίο που μοιάζει ήρεμο και απομονωμένο. Την ημέρα δεν ξεχωρίζει ιδιαίτερα. Τη νύχτα, όμως, σπάνια το επισκέπτεται κανείς.

Οι ντόπιοι αποφεύγουν να μιλούν γι’ αυτό. Όταν το κάνουν, αναφέρουν συνήθως με τρεμάμενο τόνο ένα όνομα: του Στέφανου. Ο μύθος λέει ότι πριν από πολλά χρόνια ο Στέφανος είχε πάει στο δάσος με τον θείο του, τον Ιάσονα.

Περπάτησαν αρκετή ώρα στα μονοπάτια. Στάθηκαν κοντά στο νερό. Ο Στέφανος απομακρυνόταν συχνά, παρατηρώντας το έδαφος και τους θάμνους γύρω του. Του άρεσε να εξερευνά. Κάποια στιγμή έπαιζαν κρυφτό. Ο μικρός παρατήρησε κίνηση μέσα σε έναν πυκνό θάμνο. Πλησίασε χωρίς να φωνάξει. Έσκυψε και άπλωσε το χέρι του, προσπαθώντας να δει καλύτερα. Ο πυροβολισμός που ακούστηκε τάραξε το δάσος. Για λίγο επικράτησε η απόλυτη σιωπή. Έπειτα ο ήχος του νερού συνέχισε κανονικά.

Ο Ιάσονας έτρεξε προς το σημείο. Βρήκε το παιδί πεσμένο στο έδαφος. Λίγο πιο πέρα στεκόταν ο μπαρμπα-Γιώργος με την καραμπίνα στα χέρια, άνθρωπος μυστήριος και σκοτεινός. Το βλέμμα του περνούσε μέσα απ’ τους ανθρώπους. Ζούσε μόνος τα τελευταία δέκα χρόνια στο Ξηροκάμπι. Ελάχιστους δεχόταν στο σπίτι του· κανείς δεν ήξερε από πού και γιατί είχε έρθει. Δεν μιλούσε. Δεν πλησίαζε. Έδειχνε χαμένος, σαν να μην είχε καταλάβει τι είχε συμβεί. Όταν ο Ιάσονας, με σπαραχτική φωνή, τον ρώτησε τι είχε κάνει, το μόνο που απάντησε ήταν: «Ο Θεός ας με συγχωρήσει». Κατέρρευσε και το σώμα του έμεινε εκεί.

Ο Στέφανος πέθανε στη σκιά του θάμνου.

Ο Ιάσονας έμεινε στο χωριό. Δεν μίλησε ποτέ ξανά για το δάσος. Κάποιες φορές τον είδαν να στέκεται στον δρόμο που οδηγούσε σε αυτό, κοιτώντας προς τα μέσα, χωρίς όμως να προχωρά. Χρόνια αργότερα, ανήμερα των γενεθλίων του Στέφανου, βρέθηκε νεκρός στο ίδιο σημείο. Δεν υπήρχαν ίχνη πάλης ούτε σαφής αιτία. Μόνο το σώμα και ο θάμνος από πάνω.

Από τότε το δάσος της Βασιλικής μένει άδειο τη νύχτα. Κάποιοι λένε πως ακούνε βήματα ανάμεσα στα έλατα. Άλλοι πως, όταν ο αέρας κόβει απότομα, ακούγεται μια παιδική φωνή. Δεν φωνάζει, δεν κλαίει. Λέει μόνο: «Γιατί δεν με άφησες να ζήσω; Να παίξω ήθελα μόνο».

Ο μύθος όμως δεν τελειώνει εκεί. Το δάσος μετράει τουλάχιστον ένα ακόμη θύμα του. Δώδεκα χρόνια αργότερα, ο μικρότερος αδελφός του Στέφανου, που είχε πια γίνει είκοσι ετών, αποφάσισε να μπει στο δάσος την ημέρα της επετείου. Κρατούσε λουλούδια για να τα αφήσει στο σημείο όπου είχαν αφήσει την τελευταία τους πνοή ο Στέφανος και ο Ιάσονας. Στάθηκε στο ποτάμι. Το νερό έγινε απότομα κόκκινο και για μια στιγμή, είδε την αντανάκλαση του αδελφού του πάνω στην επιφάνειά του, ανέκφραστη και ήρεμη όπως τότε. Τρόμαξε, άφησε τα λουλούδια και έτρεξε πίσω στο χωριό. Οι συγχωριανοί του πίστεψαν πως τρελάθηκε. Την επόμενη μέρα, όταν τον αναζήτησαν, το σπίτι του ήταν άδειο. Δεν τον ξαναείδε κανείς.

Κανείς δεν ξαναπήγε εκεί. Το δάσος παραμένει όπως ήταν, αγέρωχο, ατάραχο και σκοτεινό, περιμένοντας.

 

Ευαγγελία Μπαμπαλιάρη

Εγώ θα σας τρελάνω στο τέλος

«Τελείωσε ο χρόνος μας. Θα συνεχίσουμε την επόμενη φορά. Σε ευχαριστώ». της λέει και ταυτόχρονα τακτοποιεί τις σημειώσεις της.

«Μισό λεπτό, κυρα ψυχολόγε μου. Μισό λεπτό. Τι πάει να πει τέλος χρόνου. Εγώ έχω κι άλλα να πω για τον ακατονόμαστο. Πενήντα ευρώ σου δίνω κι ακόμα στο ζουμί της υπόθεσης δεν φτάσαμε». απαντάει εκείνη και παραμένει ξαπλωμένη στον καναπέ. Φυσικά και δεν χρειάζεται να είναι ξαπλωμένη. Από την πρώτη στιγμή της το είπε η ψυχολόγος αλλά εκείνη ήθελε, το είχε δει σε ταινίες είπε.

«Κυρία Αργυρίου, Εύα μου, μία ώρα είναι η κάθε συνεδρία μας. Μετά έχω ραντεβού με άλλον ασθενή».

«Μα δεν τελείωσα εγώ. Μήπως να πείτε στον άλλον ασθενή να έρθει μια άλλη φορά, γιατί το δικό μου θέμα επείγει κάπως; Έκτη φορά είναι που έρχομαι και μόλις που ξεκινήσαμε να λέμε για τον ακατονόμαστο. Πέντε συνεδρίες για τα παιδικά μου χρόνια λέμε. Άσε που προσπαθώ να θυμηθώ κι όλα αυτά που με ρωτάς. Ενώ τα άλλα τα έχω και φρέσκα στο μυαλό μου. Γιατί αν δεν με συγχύσει μία μέρα θα σκάσει κι αυτός. Που να σκάσει να ησυχάσω η γυναίκα πια».

Μα πρέπει να μιλήσουμε για το παρελθόν σου. Η ρίζα του κακού συνήθως ξεκινάει από εκεί. Και όχι, φυσικά και δεν γίνεται να ακυρώσω το επόμενο ραντεβού. Αν είναι δυνατόν να μου ζητάς κάτι τέτοιο. Λοιπόν, θα τα πούμε την επόμενη εβδομάδα. Στο μεσοδιάστημα θέλω να σημειώνεις αυτά που σου προκαλούν έντονα συναισθήματα, είτε αρνητικά, είτε θετικά. Αν κάτι δεν μπορέσεις να το διαχειριστείς, μπορείς να με πάρεις τηλέφωνο». της απάντησε η ψυχολόγος, κάπως αυστηρά και σηκώθηκε πλέον για να την ξεπροβοδίσει.

«Η ρίζα του κακού είναι ο ακατονόμαστος και εμείς ψάχνουμε το παρελθόν. Και θα πρέπει τώρα να γράφω κι όλες τις ηλιθιότητες που κάνει. Δεν μου φτάνει που τα ζω η γυναίκα, να τα περιγράφω και γραπτώς τώρα. Τέλος πάντων θα φύγω, αλλά όταν σε πάρω τηλέφωνο να το σηκώσεις αμέσως. Εντάξει, κυρα ψυχολόγε μου;» είπε η Εύα και επιτέλους σηκώθηκε από τον καναπέ και ξεκίνησε να βάζει το παλτό της.

Μπάρκα, Δήμητρα Μπάρκα και φυσικά σου είπα πως μπορείς να με λες με το μικρό μου όνομα. Σταμάτα αυτό ¨το κυρα ψυχολόγε μου¨ Εύα. Θα σηκώσω το τηλέφωνο αλλά να είναι κάτι επείγον είπαμε. Όχι όπως την προηγούμενη φορά που με πήρες για να σου πω τι να του απαντήσεις στα μηνύματα».

Η Εύα την κοίταξε αλλά δεν απάντησε καν. Είπε ένα ξερό « γεια » και βγήκε από το γραφείο της. Έφτασε στην πόρτα του ασανσέρ και μπήκε βιαστικά μέσα. Πάτησε το μηδέν και έβγαλε το κινητό από την τσάντα της. Απενεργοποίησε το αθόρυβο και τσέκαρε τα μηνύματά της. Από τη μαμά της τέσσερα, ο μπαμπάς της εφτά, διαγωνισμό κάνουν, σκέφτηκε. Τρία μηνύματα από τον πρώην άνδρα της και δύο από την κόρη της. Ο ακατονόμαστος κανένα φυσικά. Ε βέβαια το χρυσό μου, πού να προλάβει, σκέφτηκε ειρωνικά και έκανε μια γκριμάτσα ξινίλας .

Μόλις έφτασε στο ισόγειο, είδε πως έξω βρέχει και εννοείται δεν είχε πάρει ομπρέλα. Μα έδιναν βροχές σήμερα; Κι αυτοί ό,τι να ‘ναι, οι μετεωρολόγοι. Αλλά άνδρες δεν είναι, τι περιμένεις. Βασικά είναι μόνο άνδρες; Αλλά για να λένε άλλα και να βγαίνουν άλλα με τον καιρό, άνδρες θα είναι σίγουρα. Στάθηκε στο πεζοδρόμιο και κάλεσε ένα ταξί από την εφαρμογή στο κινητό της. Τόσο ηλίθια είναι που δεν κατάφερε ακόμα να οδηγάει και αναγκάζεται τώρα να είναι υποχρεωμένη στον κάθε ταξιτζή. Ή στον μπαμπά της, ή στον πρώην άνδρα της, ακόμα και στον ακατονόμαστο κάποιες φορές. Πάντα από κάποιον άνδρα εξαρτάται, σε όλη της τη ζωή. Το είχε πει αυτό στην ψυχολόγο άραγε; Να το σημειώσει κάπου να το πει την επόμενη φορά. Άντε κι αυτή, γιατί πολύ την είχε νευριάσει. Αντί να φύγει από εκεί ήρεμη, φεύγει εκνευρισμένη. Όλο στο καλύτερο την κόβει. Να το πει κι αυτό την επόμενη φορά.

Δεν πρόλαβε να μπει στο σπίτι και το κινητό της άρχισε να χτυπάει σαν δαιμονισμένο. Όλοι όσοι είχαν στείλει μήνυμα την έπαιρναν με τη σειρά. Κόντεψε να σκοτωθεί καθώς μιλούσε και ταυτόχρονα έβγαζε παπούτσια και ρούχα. Ο καθένας έλεγε τα δικά του και εκείνη ήταν υποχρεωμένη να τους ακούει. Καλέ, γιατί τους άκουγε και δεν τους έβριζε όλους, να ηρεμήσει και λίγο το μέσα της; «Ναι μητέρα, μάλιστα μπαμπά, εντάξει Αλέξη, φυσικά κορίτσι μου»… βρε άντε μου στο διάολο όλοι σας και ακόμα παραπέρα, σκέφτηκε πολλάκις, αλλά δεν το είπε, εννοείται.

Βγαίνοντας από το ντους χτύπησε πάλι το τηλέφωνό της. Αχά ο ακατονόμαστος. Βρε βρε το πουλάκι μου, με θυμήθηκε επιτέλους. «Τώρα φταίω εγώ να μην το σηκώσω και να σε κάνω να σκάσεις; Αμ δε που θα σκάσεις, εγώ θα σκάσω γιατί ποιος ξέρει πότε θα φιλοτιμηθεί να ξαναπάρει», σκέφτηκε και τσακίστηκε να το σηκώσει.

«Κοριτσάκι μου, τι κάνει το πανέμορφο κοριτσάκι μου;» της είπε όλο γλύκα και νάζι αυτός.

Καμώνεται, σκέφτηκε, απάντησε όμως «καλά». Μία φορά να πει ακριβώς αυτό που σκέφτεται. Καμία όμως. Γι’ αυτό έχει τόσο χάος μέσα στο κεφάλι της, γιατί δεν λέει τις λέξεις που σκέφτεται αλλά άλλες. Και μένουν εκείνες μετά εκεί και κόβουν βόλτες μέσα στο μυαλό της. Να το σημειώσει κι αυτό να το πει στην κυρα ψυχολόγο.

«Θα βρεθούμε το απόγευμα μωρό μου; Ξέρεις πόσο μου έλειψε το κοριτσάκι μου το όμορφο;» τη ρώτησε.

«Να ξεραθείς να χάνεσαι, που σου έλειψα κιόλας. Να ήσουν εδώ αν σου έλειψα, βρε γαϊδούρι. Αλλά δεν φταις εσύ, εγώ φταίω που έφαγα τα καλύτερα μου χρόνια μαζί σου. Καλά τα τελευταία δύο αλλά και πάλι». σκέφτηκε, αλλά εννοείται δεν είπε αυτό.

«Αφού σου είπα, βρε αγάπη μου. Έχω εκείνη την ομιλία που θέλω να πάω το απόγευμα». «Μια εβδομάδα έχει που σ’ το λέω, αλλά με ακούς και ποτέ», σκέφτηκε. «Ευτυχώς είναι εδώ στην περιοχή μου γιατί καμιά όρεξη δεν είχα να κατεβαίνω στο κέντρο.»

«Α , ναι, η ομιλία. Θυμήθηκα και ήθελα να σου πω κιόλας για αυτήν. Μου είπε και η γυναίκα μου πως θα παρευρεθεί. Με πήρε τηλέφωνο πριν λίγο. Θα πάει μετά τη δουλειά της. Έχω αγχωθεί όσο δεν φαντάζεσαι.»

Κόντεψε να της πέσει το κινητό από τα χέρια. Η γυναίκα του, στον ίδιο χώρο μαζί της. Κάποιος της κάνει πλάκα μάλλον. Ποιος γράφει το σενάριο, ρε παιδιά; Μεγάλη φαντασία έχει. «Τι αμαρτίες πληρώνω; Ρωτάς κιόλας κουκλίτσα μου, τις δικές σου πληρώνεις», σκέφτηκε αμέσως. Αλλά μισό λεπτό, γιατί την πιάνει πανικός. Εκείνη την ξέρει από φωτογραφίες, η γυναίκα του όμως δεν έχει ιδέα για αυτήν, έτσι ελπίζει τουλάχιστον. Επίσης σε μια τέτοια εκδήλωση, με τόσο κόσμο, σιγά μην ιδωθούν, άσε που υπάρχει η πιθανότητα να μην καταλάβει καν ποια είναι. Δύο, τρεις φωτογραφίες της έχει δει μόνο. Όλα καλά θα πάνε, βέβαια ποτέ δεν πάνε αλλά η ελπίδα πεθαίνει τελευταία πάντα. Καθησυχάζει και τον ακατονόμαστο στο τηλέφωνο, που αγχώθηκε ο χρυσός της. Τρομάρα του, εκείνη θα πάει στο στόμα του λύκου, εκείνον κανακεύει.

Τίποτα, εννοείται, δεν πήγε καλά στην εκδήλωση. Όχι μόνο αναγνώρισε τη γυναίκα του κατευθείαν με το που μπήκε στον χώρο, κάθισε κι αυτή η χριστιανή ακριβώς από πίσω της. Και να πρέπει να στέλνει και μηνύματα στον άλλον τι γίνεται εκεί, γιατί ήταν αγχωμένο το πουλάκι μου. Μέχρι και φωτογραφία την έβγαλε για να του στείλει, να σιγουρευτούν πως είναι αυτή. Να τα πει στην κυρα ψυχολόγο της και να μην την πιστεύει. Λογικό είναι, αυτά είναι σενάρια για την τηλεόραση, άσχετα που αυτή μόνο τέτοια έχει στη ζωή της. Και δώστου να γελάει αυτός την επόμενη μέρα που του τα έλεγε όταν βρέθηκαν. Του πέρασε το άγχος του κυρίου και το έβρισκε αστείο τώρα. Καλά, εδώ που τα λέμε για γέλια ήταν όλο αυτό. Πάντως, αν το έβλεπε σε κάποια σειρά, πιθανόν να γελούσε και η ίδια.

«Ακούς, ακούω να λες κυρα ψυχολόγε μου. Εεεε, δηλαδή Δήμητρά μου, ήθελα να πω. Πέρασα εγώ όσα πέρασα κι εκείνος γελούσε, ο γάιδαρος. Είναι σωστό τώρα αυτό; Όχι πες, Δήμητρα μου. Είναι συμπεριφορά αυτή ώριμου ανθρώπου να αντιδράει έτσι; Δεν του είπα ανέκδοτο πια». είπε στην ψυχολόγο, που την πήρε τηλέφωνο αμέσως μόλις έφυγε ο ακατονόμαστος.

«Εύα μου, είμαι σε συνεδρία. Θα το ζητήσουμε στο καθορισμένο ραντεβού μας. Δεν επείγει τόσο πολύ αυτή τη στιγμή». της απάντησε εκείνη.

«Τι δεν επείγει, καλέ; Πας καθόλου καλά κι εσύ; Εγώ κοντεύω να εκραγώ από τα νεύρα μου. Να τον πνίξω ήθελα αλλά συγκρατήθηκα και πολλά μπράβο μου. Όχι βέβαια πως το έκανα από μεγαλοψυχία, αλλά έχει υγρασία στις φυλακές, είχα διαβάσει σε ένα άρθρο και είμαι κρυουλιάρα πολύ».

«Εύα, καταλαβαίνω αλλά δεν είναι η κατάλληλη ώρα να τα πούμε. Επίσης δεν θα σχολιάσω κάτι για τη δική του συμπεριφορά. Εκείνος μπορεί να κάνει ό,τι θέλει, εσύ όμως πρέπει να δεις τι θα κάνεις. Τα υπόλοιπα από κοντά». της απάντησε αυστηρά.

«Εσύ τώρα με ποιον είσαι, για να καταλάβω. Να κάνει εκείνος ό,τι θέλει κι έμενα τα νεύρα μου να θέλουν ψυχολόγο δηλαδή. Όχι βέβαια, δεν πάει έτσι. Γιατί να μην πάει εκείνος σε ψυχολόγο και εγώ να γελάω με αυτά που θα λέει ; Συμφωνείς; Έχω κάτι ωραίες ιδέες ώρες ώρες».

«Δεν είναι δικό μου θέμα για το αν θέλει ψυχολόγο. Δεν με απασχολεί η συμπεριφορά του και όσα κάνει. Δικαίωμά του είναι στο κάτω κάτω. Εσύ γιατί δεν λες να το καταλάβεις όμως. Κοίτα τα δικά σου και άσε τα δικά του.» απάντησε με νεύρα αυτή τη φορά.

«Δεν σε νοιάζει βέβαια. Κάτι τέτοιοι μας κάνουν να πηγαίνουμε σε ψυχολόγο, γι’ αυτό εσείς δεν ασχολείστε μαζί τους. Μια χαρά σας βολεύει κυρα ψυχολόγε μου. Να υπάρχουν αυτοί και να σας δίνουμε τα ωραία μας λεφτά εμείς».

«Εύα, σταματώ τη συζήτηση εδώ. Έχεις παρεκτραπεί αρκετά και λες πράγματα παλαβά. Θα τα πούμε στο καθορισμένο ραντεβού μας.»

«Να τα πεις μόνη σου κυρα ψυχολόγε. Σιγά μην έρθω να σου δώσω τα λεφτά μου να μου δικαιολογείς τον ακατονόμαστο. Άντε γεια». είπε με δυνατή φωνή και της έκλεισε το τηλέφωνο στα μούτρα.

Άντε γιατί πολλά μας τα είπε κι αυτή και όλοι τους. Και γιατί δηλαδή να δίνω τα ωραία μου λεφτά σε ψυχολόγο, όταν μπορώ με αυτά να κάνω ταξίδια. Γιατί να δίνω τα ωραία μου λεφτά σε ρούχα και καλλυντικά που δεν εκτιμάει ο ακατονόμαστος. Γιατί να κάνω τα χατίρια όλων και δεν τους ρίχνω ένα φάσκελο. Μια χαρά μπορώ να αγνοήσω τα προβλήματά μου και σε καινούργιους προορισμούς. Με λιγότερα νεύρα πιθανόν. Μωρέ, αυτό θα κάνω. Δεν θα με τρελάνετε εσείς, όχι, εγώ θα σας τρελάνω πρώτη.

 

Σοφία Πιταροκοίλη

Περπατώντας δίπλα στο θάνατο

Γάζα, 2005

Σήμερα ξύπνησα πριν ακόμα φέξει και έθαψα ένα μωρό τριών μηνών. Έκλεισα τα μάτια μου και τα πρόσωπα επέστρεψαν ξανά. Έρχονται μόνα τους, δίχως να τα καλέσω. Πρόσωπα αθώα, παιδιών που δεν πρόλαβαν να μεγαλώσουν, μητέρων που δεν έζησαν τα παιδιά τους, αντρών που δεν πρόλαβαν να ζήσουν. Όλοι τους όμως έμαθαν να ζουν μαζί με το φόβο. Το φόβο της απώλειας. Το φόβο που σε πεθαίνει μέρα με τη μέρα κι ας είσαι ακόμα ζωντανός.

Πριν λίγες μέρες έκλεισα τα 43 κι όμως αισθάνομαι 143. Μου είχαν πει ότι συνηθίζεις. Όμως ήταν όλα ψέματα. Δεν συνηθίζεις τον θάνατο· απλώς μαθαίνεις να περπατάς δίπλα του χωρίς να ουρλιάζεις. Μα μέσα σου όμως, κάτι σπάει κάθε φορά. Και δεν επισκευάζεται. Μένεις απλά να αιμορραγείς μέχρι να σταματήσεις πλέον να αισθάνεσαι.

Στο κοιμητήριο σήμερα επικρατούσε μια παράξενη ησυχία. Ακόμα και τα πουλιά έχουν σταματήσει πλέον να κελαηδούν. Παρατηρώ γύρω μου, οι τάφοι πληθαίνουν, τα ονόματα λιγοστεύουν, οι ημερομηνίες επαναλαμβάνονται. Μερικές φορές σκέφτομαι πως σε λίγο δεν θα γράφουμε πια ονόματα, μόνο ηλικίες. Και ύστερα ούτε καν αυτές. Έτσι κι αλλιώς μόνο ως αριθμούς τους αναφέρουν. Οι άνθρωποι γίναν αριθμοί και μετά ούτε αυτό.

Αναρωτιέμαι συχνά γιατί συνεχίζω. Ίσως γιατί αν φύγω, θα είναι σαν να τους θάβω δεύτερη φορά. Ίσως γιατί κάποιος πρέπει να θυμάται ότι υπήρξαν. Ότι δεν ήταν «παράπλευρες απώλειες», αλλά άνθρωποι με ανάσα, με γέλιο, με μέλλον που τους κλάπηκε.

Ξεκίνησα να γράφω τις σκέψεις μου γιατί νιώθω ότι θα τρελαθώ. Μέρα με τη μέρα αισθάνομαι να χάνω το μυαλό μου. Ό,τι όμορφο είχα μέσα μου είναι πια νεκρό. Νιώθω συνεχώς το σκοτάδι που βλέπω κάθε μέρα γύρω μου, να με κατακλύζει ολοκληρωτικά.

Τότε ξεκίνησαν οι ήχοι. Ακόμα και όταν γύριζα στο δωμάτιο, το φτυάρι που έμπαινε στο χώμα αντηχούσε γύρω μου. Έκλεινα τα αυτιά μου απεγνωσμένος χωρίς αποτέλεσμα. Άρχισα να μετράω τα χτυπήματα δίχως να το θέλω. Αν έχανα το μέτρημα, με έπιανε πανικός.

Έχω σταματήσει να φοβάμαι πλέον τον θάνατο. Φοβάμαι όμως τη στιγμή που δεν θα με πονάει πια όταν τον αντικρίζω γύρω μου. Ότι θα συνηθίσω σε αυτόν. Γιατί τότε θα σημαίνει ότι χάθηκε η ψυχή μου και έγινα κρύος σαν την πέτρα που βάζω στους τάφους.

Έτσι σήμερα μόλις γύρισα σπίτι ξεκίνησα να γράφω. Γράφω για να κρατηθώ. Για να μην ξεχάσω ποιος ήμουν πριν από όλα αυτά. Για να θυμίζω στον εαυτό μου πως, όσο κι αν μοιάζουν όλα νεκρά μέσα μου, το γεγονός ότι πονάω ακόμα σημαίνει πως κάτι ακόμα ζει.

Για πόσο όμως δεν ξέρω πια.

 

Μαρία Χρόνη

Το μπλε ποδήλατο

 

Ήταν καλοκαίρι, είχε μια ζέστη που σου έκοβε την ανάσα, αλλά εκείνη ένιωθε παγωμένη, μουδιασμένη χωρίς να μπορεί να καταλάβει το λόγο.

Ήταν η μέρα που της είχαν πάρει το μπλε ποδήλατο με τις βοηθητικές ρόδες.

Το θυμόταν με τέτοια ακρίβεια που σχεδόν μπορούσε να πιάσει την υφή του τιμονιού. Το μπλε δεν ήταν απλώς το χρώμα. Ήταν υπόσχεση, ήταν η πρώτη φορά μετά από καιρό που η ζωή φαινόταν να θυμάται ότι ένα παιδί δικαιούται χαρά χωρίς να την μετρά.

Το ποδήλατο ήταν καινούργιο. Μπλε καθαρό γυαλιστερό με βοηθητικές ρόδες και μια μικρή καμπανίτσα στο τιμόνι. Της το είχαν φέρει «για να χαρεί λίγο», όπως έλεγαν ψιθυριστά οι μεγάλοι μεταξύ τους.

Εκείνη την ημέρα θα πήγαιναν στο νοσοκομείο να δουν τη μαμά.

«Θα δει η μαμά το ποδήλατό μου» έλεγε ξανά και ξανά.

Και φανταζόταν το βλέμμα της να γεμίζει φως. Να της λέει «μπράβο». Να σηκώνεται. Να γελάει. Να είναι πάλι μαμά.

Στο αυτοκίνητο καθόταν ανυπόμονη. Οι βοηθητικές ρόδες έκαναν ένα μικρό ήχο όταν το κατέβασαν από το πορτμπαγκάζ. Η Μελίνα το άκουσε σαν μουσική. Ένας ήχος που σήμαινε αρχή.

Το προαύλιο του νοσοκομείου ήταν μικρό, στρυμωγμένο ανάμεσα στα ψηλά κτίρια. Το τσιμέντο είχε φθαρεί από τα χρόνια και τις ρόδες των φορείων με λεπτές γραμμές που γέμιζαν σκόνη. Γύρω-γύρω παγκάκια βαμμένα πράσινα, ξεφλουδισμένα στις άκρες. Κάνα δυο δέντρα , όχι αρκετά για σκιά, αλλά για να θυμίζουν ότι υπάρχει κάτι ζωντανό έξω από τους τοίχους. Μυρωδιά απολυμαντικού ανακατεμένη με καυσαέριο από τον δρόμο. Δεν ήταν όμορφο μέρος, σίγουρα όχι. Ήταν όμως αρκετό για να κάνει τις πρώτες της «επίσημες» βόλτες μπροστά στη μαμά.

Ο πατέρας της της είπε να αρχίσει εκεί όσο θα ανεβαίνουν οι μεγάλοι πάνω για να προετοιμάσουν τη μητέρα.

Η λέξη προετοιμάσουν πέρασε δίπλα της χωρίς να την αγγίξει.

Η πρώτη της βόλτα ήταν ασταθής, αλλά περήφανη. Η δεύτερη ήταν πιο γρήγορη, η τρίτη είχε τη σιγουριά της καινούργιας επιτυχίας.

Κάθε λίγα μέτρα γύριζε το κεφάλι της προς την είσοδο περιμένοντας τη στιγμή που η μαμά θα εμφανιστεί στο παράθυρο ή στην πόρτα. Να τη δει. Να της χαμογελάσει. όμως όταν τελικά εμφανίστηκε, δεν ήταν όπως την περίμενε.

Η μητέρα της ήταν σε αναπηρικό καροτσάκι. Το σώμα της έμοιαζε μικρότερο, σαν να είχε λιγότερο χώρο για όλα όσα η Μελίνα πίστευε ότι χωρούσαν μέσα της. Και έπειτα η μητέρα σήκωσε το βλέμμα και χαμογέλασε, ήταν χαμόγελο κουρασμένο. Αλλά ήταν χαμόγελο.

Και αυτό ήταν αρκετό.

Η Μελίνα ξανανέβηκε στο ποδήλατο σαν να μην υπήρχε τίποτα στον κόσμο. Έκανε γύρους, μικρούς θριάμβους, με την ευλογία του βλέμματος της μητέρας.

«Κοίτα με» φώναξε.

Η μητέρα κούνησε το κεφάλι αργά.

Η Μελίνα έκανε άλλη μια βόλτα και άλλη μία και άλλη μια. Δεν κατάλαβε ότι εκείνη τη μέρα δεν ήταν η αρχή. Ήταν το τέλος.

Δεν ήξερε τότε πως η χαρά μπορεί να σταθεί δίπλα στο τέλος χωρίς να το αναιρεί. Πως μπορείς να γελάς την ίδια μέρα που κάτι μέσα σου σε αποχαιρετά για πάντα. Ήταν παιδί. Και τα παιδιά πιστεύουν πως ό,τι αγαπούν δεν τελειώνει.

Θυμάται εκείνη την ημέρα όχι σαν ιστορία, αλλά σαν αίσθηση στο σώμα. Τα χέρια της σφιγμένα στο τιμόνι, την καρδιά της ελαφριά, σχεδόν άτρωτη. Το βλέμμα της μητέρας να τη συγκρατεί από μακριά.

Και για μια στιγμή μικρή, απόλυτη, όλα ήταν στη θέση τους.

Κράτησε εκείνη τη χαρά σαν υπόσχεση, ενώ ήταν αποχαιρετισμός.

 

Εγγραφή στο Newsletter

Για να λαμβάνετε πρώτοι τα νέα στο Email σας