Φθινόπωρο 2019

Φθινόπωρο 2019

Εισαγωγικό σημείωμα

Η γενέθλια κάμαρα του μυθιστορήματος είναι το υποκείμενο στη μοναξιά του, γράφει προπολεμικά ο Μπένγιαμιν, ενώ ο Ρίλκε συμβουλεύει ως εξής τον φέρελπι νεαρό ποιητή με τον οποίο αλληλογραφεί στις αρχές του 20ού αιώνα: Ένα και μόνο μάς είναι απαραίτητο: η Μοναξιά, η μεγάλη εσώτερη Μοναξιά. Να βυθίζεσαι στον εαυτό σου και, ώρες ολόκληρες, να μην ανταμώνεις εκεί κανέναν.

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που επιλέγουν διαδικτυακά μαθήματα Δημιουργικής Γραφής για τον συγκεκριμένο λόγο: κλεισμένοι στο σπίτι τους, μόνοι μπροστά στον υπολογιστή τους και μακριά από αδιάκριτα βλέμματα παλεύουν με αυτό που ο κάθε συγγραφέας παλεύει κάτω από συνθήκες παρόμοιες.

Τα κείμενα που παρατίθενται στη συνέχεια δεν γεννήθηκαν μονομιάς. Είναι το αποτέλεσμα των συστηματικών και επίπονων προσπαθειών που κατέβαλαν οι συγγραφείς τους κατά τη διάρκεια των δέκα διαδικτυακών μαθημάτων μας. Η θεματική τους ποικίλλει, όπως βεβαίως και το ύφος, η γλώσσα, η τεχνοτροπία τους. Ορισμένα αποτελούν αποσπάσματα ευρύτερων σε έκταση κειμένων, ενώ άλλα είναι αυτοτελή. Όλα ωστόσο προέκυψαν μέσα από τις ασκήσεις στις οποίες κλήθηκαν οι ασκούμενοι να ανταποκριθούν στο πλαίσιο του σεμιναρίου. Πολλοί από όσους συμμετείχαν δεν θέλησαν να εκθέσουν ακόμη δείγμα της δουλειάς τους. Εμείς όμως, έχοντας ήδη γευτεί τη μεγάλη χαρά από τα βιβλία προηγούμενων συμμετεχόντων στο σεμινάριο που κυκλοφορούν, είμαστε σίγουροι ότι θα εξακολουθήσουμε να τη γευόμαστε τακτικά, είτε οι μελλοντικοί –σήμερα– συγγραφείς διστάζουν προς το παρόν να μας την προσφέρουν είτε όχι.

Καλά διαβάσματα και γραψίματα λοιπόν!

Κώστας Καβανόζης

Χριστίνα Καμένου

Ο ήχος του θανάτου

Το παγωμένο αεράκι με χτυπάει στο πρόσωπο και με ξυπνάει. Ξυπνάω σε μια ακόμα μέρα γεμάτη θάνατο. Ακούω τα ξερόκλαδα να σπάνε κάτω από τα ποδιά μου και νιώθω τον χειμώνα να κοντεύει. Ο ήλιος ακόμα να φανεί, αλλά ξημερώνει σιγά σιγά.  Περιμένω, θα έρθουν να φέρουν κι άλλους. Χθες  μιλούσαν για δεκατέσσερα πιθανά θύματα αλλά θα περιμένω για να ανοίξω τους τάφους. Δεν  έχει και τόση σημασία πια. Είτε έναν είτε δεκαπέντε τάφους ανοίξω δεν μου κάνει διαφορά.

Δεν ξέρω αν θα τελειώσει κάποτε αυτό το πράγμα.  Τόσος θάνατος μαζί. Δεν έχει μείνει κενός χώρος, το κοιμητήριο έχει σχεδόν γεμίσει. Θάβουμε τον ένα τόσο κοντά στον άλλο για να μείνει χώρος, λες και θέλουμε να μας φέρουν κι άλλους. Πόσο θάνατο; 

Παίρνω βαθιές ανάσες αλλά δεν αρκούν. Κάποτε θέλω ένα ολόκληρο λεπτό για να πάρω μια ανάσα αλλά και πάλι κάτι μένει ατελείωτο. Κάτι μου πλακώνει το στήθος. Ίσως αυτό είναι ο θάνατος. Δεν τον έχω δει αλλά τον ακούω καθημερινά.  Τον ακούω την ώρα που η σκαπάνη σκίζει το χώμα για να ανοίξει ακόμα ένα λάκκο. Τον ακούω την ώρα που η μάνα κλαίει το σπλάχνο της και ο πατέρας σιωπηλά στραγγίζει την ψυχή του με τα δάκρυα.  Τον ακούω στις φωνές τους που καλούν θεούς και δαίμονες να φέρουν πίσω τα αγγελούδια τους.

Δεν τον έχω δει τον θάνατο. Δεν ξέρω αν μπορεί να τον δει κάποιος. Αλλά τον έχω ακούσει, τον έχω νιώσει στο πετσί μου. Και όταν σε έχει αγγίξει με οποιοδήποτε τρόπο, σε αλλάζει για πάντα.  Νομίζω δεν τον φοβάμαι. Δεν με νοιάζει να πάρει εμένα.  Φοβάμαι αυτό που αφήνει πίσω, όταν σου παίρνει αυτούς που αγαπάς. Όταν καταφέρνει να πάρει μωρά από την αγκαλιά της μάνας κι αφήνει τα χέρια της αδειανά και παγωμένα. Τα χέρια που θα μείνουν για πάντα κενά. Φοβάμαι όταν μετράω τρύπες στη γη.  Ξέρω ότι δεν με νοιάζει να πεθάνω. Όλοι θα φύγουμε άλλωστε.  Όταν είσαι νεκρός, δεν πονάς πια.  Ούτε εγώ πονώ, κι ας αναπνέω.

Με λένε Τζαμίλ Ασουάν.  Ζω για να μετράω νεκρούς.  

***

Γιώργος Κλάγκος

     «Ώρα για τσάι» της είπε ξέπνοα. Ο αέρας χτυπούσε με μανία τα παντζούρια. Κρατούσε το χέρι της κι εκείνη έσφιγγε το δικό του μέσα στην μικρή της παλάμη. Το δέρμα της ήταν μαλακό, σαν να είχε εξαφανιστεί η τραχύτητα που αφήνει το πέρασμα του χρόνου. Το ταλαιπωρημένο πρόσωπό της στεφάνωναν λευκά, ανάκατα μαλλιά. Της τα έστρωσε προς τα πίσω και πάσχισε να την ανασηκώσει στο προσκέφαλο του  κρεβατιού. Τα πλευρά του πονούσαν και λαχάνιασε από την προσπάθεια. Την βοήθησε να πιει λίγες γουλιές μέχρι που εκείνη έγνεψε ότι δεν ήθελε άλλο. Πάντοτε έφτιαχνε μόνο ένα φλιτζάνι, αρκούσε και για τους δυο τους. Ήταν ακόμα ζεστό και του χάιδεψε την βραχνάδα στον λαιμό.

     «Έρχεται» του είπε και στύλωσε το βλέμμα της πάνω του. Η φλόγα του καντηλιού τρεμούλιασε και οι σκιές στροβιλίστηκαν γύρω τους. Κάποτε μια γριά τσιγγάνα του είχε πει πως λίγο πριν πεθάνουμε οι γραμμές της ζωής σβήνουν, αυτά που έχει γράψει η μοίρα μας χάνονται. «Σαν φυσήξουν οι άνεμοι από τον Άδη, οι παλάμες μας μένουν κενές, οι αγκαλιές μας άδειες, τα μάτια μας σφραγίζουν. Το αίμα παγώνει στις φλέβες μας και είμαστε μόνοι. Τότε να ξέρεις πως πρέπει να περιμένεις τον Περαματάρη». Είχε γελάσει αλλά εκείνη τον κοιτούσε σοβαρά. «Να το θυμάσαι αυτό, μικρέ» είχε συμπληρώσει πριν εξαφανιστεί στο πλήθος. Δεν την είχε ξεχάσει ποτέ.

     Τα χέρια τους ήταν αφύσικα λεία, άσπιλα στο μισόφωτο. Σαν μωρών. Έκανε τον γύρο του κρεβατιού και ξάπλωσε πλάι της.

***

     «Πάτερ, είναι όλα έτοιμα».

     «Έχει έρθει κόσμος;» ρώτησα.

     «Κανένας, μόνο εμείς».

     «Θα τους μεταφέρετε στον ναό για τη Νεκρώσιμο. Και θέλω να κάνετε κάτι ακόμα». Τους έδωσα οδηγίες.

     «Πάτερ, δεν είναι απαραίτητο κάτι τέτοιο. Ούτε έχει σημασία» μου είπε ο ένας.

     «Αν βαριέστε, θα το κάνω μόνος μου» απάντησα κοφτά. Βρόντηξα την πόρτα πίσω μου και βγήκα. Ο άνεμος έξω λυσσομανούσε. Είχαν σκάψει δύο ξεχωριστούς τάφους. Έπιασα την τσάπα. Θα τους ένωνα σε έναν. Έκοβα μεγάλες μπλάνες και στοίβαζα το νοτισμένο χώμα σε σωρούς. Σκούρο και πλούσιο, προοριζόταν για αλλιώτικη σπορά.

     Από τα βάθη του λάκκου με κοίταζαν δυο σκουριασμένα μάτια. Γονάτισα και τα καθάρισα από την λάσπη. Παλιά νομίσματα, όβολα για τον Χάρο. Τα ναύλα των νεκρών ήταν πληρωμένα. Τα έχωσα στην τσέπη του σκονισμένου μου ράσου και σταμάτησα για να πάρω μια ανάσα.

     Από το κωδωνοστάσι ερχόταν ένας ξεψυχισμένος ήχος. Η σφύρα πηγαινοερχόταν από τον αέρα και χτυπούσε σιγανά στο εσωτερικό της καμπάνας. Οι εργάτες είχαν σηκώσει τα φέρετρα και πήγαιναν στην εκκλησία. Απέξω στεκόταν μια γριά τσιγγάνα, θαμπό αερικό που θαρρείς και τρεμόσβηνε στο φως του μεσημεριού. Έφτυσα τις παλάμες μου κι έπιασα πάλι το στειλιάρι. Έσκαβα και κοιτούσα πίσω από τους χαμηλούς τοίχους τα σπίτια του χωριού. Άψυχα κορμιά και χαμένα κουφάρια. Κάποιες μέρες δεν είχα πίστη, νόμιζα πως ήμουν μόνος ανάμεσα σε σκιές.

Ποῦ ἐστιν ἡ τοῦ κόσμου προσπάθεια; Ποῦ ἐστιν ἡ τῶν προσκαίρων φαντασία; Ποῦ ἐστιν ὁ χρυσὸς καὶ ὁ ἄργυρος; Ποῦ ἐστι τῶν οἰκετῶν ἡ πλημμύρα καὶ ὁ θόρυβος; Πάντα κόνις, πάντα τέφρα, πάντα σκιά.

***

Βέρα Χαραλάμπους

Το κορίτσι έκλαιγε. Δεν το άκουγες, έκλαιγε αθόρυβα. Είχε κρυμμένο το πρόσωπό του στα χέρια και, έτσι όπως καθόταν στην άκρη του πεζοδρομίου, τρανταζόταν το σώμα του μπρος πίσω. Μια κινούμενη φιγούρα που δονούνταν από τον πόνο και την απελπισία.

Κανείς δεν το πλησίασε, κανείς δεν πήγε να το πάρει αγκαλιά, να προσπαθήσει να το παρηγορήσει και να του δώσει δύναμη. Κανείς δεν σκούπισε τα δάκρυά του, κανείς δεν του είπε πως θα το βοηθήσει.

Έκαναν όλοι πως δεν το έβλεπαν. Ίσως γιατί δεν ήξεραν τα σωστά λόγια που έπρεπε να ειπωθούν για να αλαφρύνουν το πόνο του. Ίσως πάλι να μην ήθελαν να μπλέξουν μ’ αυτά. Πιο εύκολο είναι να κοιτάς απ’ την άλλη. Δεν φαίνονται το κακό και η δυστυχία απ’ την άλλη.

Τους το έκανε πιο εύκολο έτσι όπως ήταν αθόρυβο και σκυμμένο. Δεν μπορούσαν να δουν το πρόσωπό του, υγρό, κόκκινο, παραμορφωμένο από την οδύνη του.

«Να είναι σαν να μην υπάρχεις» του έλεγε η μάνα του κάθε που κόντευε η ώρα. Το ένιωθε πάντα, το υπολόγιζε. Ήταν το λερωμένο πιάτο ή το τσαλακωμένο πουκάμισο ή που έβρεξε πολύ και πλημύρισε ο κήπος. Ήξερε πως θα ξεσπούσε καταιγίδα, πως θα ξυπνούσε το τέρας και θα γινόταν χαμός. Έμαθε και αυτό όλη του τη ζωή να είναι ήσυχο, φρόνιμο. Να είναι σαν να μην υπάρχει.

Έτσι και τώρα, το σπίτι του ήταν γεμάτο με κόσμο κι όμως κανείς δεν το έβλεπε, σαν να μην υπήρχε. Περιπολικά και αστυνομικοί να παίρνουν καταθέσεις. Δημοσιογράφοι να καταγράφουν την είδηση. Γείτονες που να λένε πως είχαν ακούσει κάποτε φασαρία ή τσακωμό, όμως δεν περίμεναν να έφτανε ως εδώ η κατάσταση, αλλιώς θα είχαν ειδοποιήσει, δεν θα άφηναν την κακομοίρα τη γυναίκα να παλεύει μόνη της. Δεν είναι τέτοιοι αυτοί, δεν θα έκλειναν τα μάτια.

Το κορίτσι θέλει να σηκωθεί και να τρέξει. Να τρέξει ουρλιάζοντας και να βγάλει από μέσα του όλη την πίκρα. Να το ακούσουν όλοι. Να μάθουν για το τέρας. Να το δουν ότι υπάρχει. Όμως δεν το κάνει. Μένει ακίνητο στη θέση του. Τώρα είναι αργά. Έπρεπε να είχε τρέξει πριν. Τώρα δεν έχει νόημα. Τώρα όλα τέλειωσαν.

Δεν έπρεπε να την είχε ακούσει. Πολλές φορές την παρακάλαγε να φύγουν. «Και πού να πάμε; Εδώ είναι το σπίτι μας», έλεγε εκείνη. «Εσύ είσαι το σπίτι μου», της απαντούσε το κορίτσι. Και μετά η μάνα του το έπαιρνε αγκαλιά και το καθησύχαζε πως θα έφτιαχναν τα πράματα και θα το προστάτευε και αυτό δεν είχε κάτι να φοβάται, δεν θα άφηνε το τέρας να το πειράξει. Δεν το πείραξε όντως. Μα το άφησε μόνο του πια, χωρίς σπίτι, χωρίς μάνα. Αυτό άραγε θεωρείται πείραγμα;

Δυο νοσοκόμοι φόρτωναν στο ασθενοφόρο μια μαύρη σακούλα με τη μάνα του μέσα. Τη μάνα του. Μέσα. Μια σακούλα με τη μάνα του. Έμαθε κι αυτή πλέον να μην υπάρχει.

Η γιαγιά από το διπλανό σπίτι, αυτή που της έπαιρναν φαγητό κάποια μεσημέρια γιατί τα παιδιά και τα εγγόνια της μένουν μακριά, γύρισε και κοίταξε το κορίτσι. Ξαφνιάστηκε. Αυτό εδώ ήταν τόση ώρα; Τώρα το αντιλήφθηκε. Το κοιτάει με θλίψη έτσι όπως κάθεται μόνο του πιο πέρα και κουνά το κεφάλι της απογοητευμένη. Πλησιάζει μια γειτόνισσα.

 «Και με το κορίτσι τι θα γίνει;». Η γειτόνισσα την κοιτά απορημένη. «Ποιο κορίτσι;»

Η γιαγιά κάνει ένα νεύμα πίσω, προς τη δονούμενη μάζα στο βάθος. «Α. Ναι. Το κορίτσι. Ε, τι να γίνει, θα πάει σε κάνα ίδρυμα».

***

Εγγραφή στο Newsletter

Για να λαμβάνετε πρώτοι τα νέα στο Email σας